|
Συγγραφέας σημαίνει δάκρυα και αίμα
Πίσω από τη συναρπαστική αυτοβιογραφία του βασανισμένου Τζ. Τ. Λιρόι κρυβόταν μια λογοτεχνική απάτη που ξεγέλασε την Αμερική
Της Τιτικας Δημητρουλια
Από τις αρχές του χρόνου, ένα μεγάλο σκάνδαλο βρίσκεται σε εξέλιξη στους αμερικανικούς λογοτεχνικούς κύκλους: ο εικοσιπεντάχρονος cult συγγραφέας και χαϊδεμένο παιδί των καλλιτεχνικών κύκλων Τζέρεμι Τερμινέιτορ Λιρόι, ο οποίος είχε γίνει διάσημος εν μια νυκτί με το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημά του «Σάρα» το 2000, κατά τα φαινόμενα, δεν υπάρχει. Ο ντροπαλός και δυστυχής Λιρόι είχε εμφανιστεί, στα μέσα της δεκαετίας του 1990, ως νεαρός ναρκομανής τραβεστί (γεννημένος το 1980), φορέας του έιτζ, γιος πόρνης, θύμα επανειλημμένης σεξουαλικής κακοποίησης. Αυτές τις εμπειρίες μετέφερε και στα δύο βιβλία του, τη «Σάρα» και το «Βαθεία η καρδία παρά πάντα» (τίτλος δάνειος από τον «Ιερεμία» του οποίου φέρει το όνομα), το οποίο μάλιστα μετέφερε στη μεγάλη οθόνη η Εζια Αρτζέντο. Οταν εμφανιζόταν, μετά το 2000 κυρίως, ήταν πάντα μεταμφιεσμένος, με μεγάλα καπέλα, περούκα και μαύρα γυαλιά. Τον είχε περιμαζέψει, υποτίθεται, ένα φιλάνθρωπο ζεύγος, η συγγραφέας Λόρα Αλμπερτ και ο μουσικός Τζεφ Νουπ και, με τη βοήθεια ενός ψυχιάτρου, τον κατηύθυνε στη σωτήρια, γι’ αυτόν, γραφή. Συνεργάστηκε στο σενάριο του «Ελέφαντα» του Γκας Βαν Σαντ· έγραφε τους στίχους των τραγουδιών για το συγκρότημα των Αλμπερτ - Νουπ «Thistle»· συνεργαζόταν με μια σειρά έγκυρα έντυπα και έκανε παρέα με συγγραφείς και σταρ, από τον Ντένις Κούπερ και τον Ντέιβ Εγκερ ώς τον Μπόνο, τον Λου Ριντ και τη Γουϊνόνα Ράιντερ. Οπως, όμως, απέδειξε το «New York Magazine» και στη συνέχεια οι «New York Times», οι υποψίες που επί μακρόν κυκλοφορούσαν σχετικά με την ταυτότητα του Λιρόι δεν ήταν αβάσιμες. Ο νεαρός συγγραφέας ήταν μια οικογενειακή υπόθεση: τα κείμενα τα έγραφε η Λόρα Αλμπερτ, ως Λιρόι εμφανιζόταν συνήθως η κουνιάδα της Σαβάνα, τα δικαιώματα πήγαιναν στην αδελφή και τη μητέρα της. Παρότι ο Τζέφρι Νουπ έχει παραδεχτεί την αλήθεια, η ίδια η Αλμπερτ, η οποία φέρεται ότι έγραφε τα κείμενα του Λιρόι και είχε οργανώσει αυτήν τη θαυμάσια λογοτεχνική απάτη, τηρεί σιγήν ιχθύος. Ο «Λιρόι» έστειλε ένα ηλεκτρονικό μήνυμα στους «Times», λέγοντας ότι «ως τρανσέξουαλ που υφίσταται επιθέσεις, χρησιμοποιεί σωσίες για να προστατεύει την ταυτότητά του». Η ωραία αυτή λογοτεχνική απάτη, με την οποία πολύς κόσμος θα πρέπει να τραβά τα μαλλιά του και άλλος τόσος να γελά με την ψυχή του, δεν είναι φυσικά η πρώτη στην ιστορία της λογοτεχνίας. Αφήνοντας στην άκρη την ψευδωνυμία και τους ετερώνυμους, θα λέγαμε ότι μια ανάλογη περίπτωση ήταν, τηρουμένων των αναλογιών, αυτή του Ρομαίν Γκαρύ, ο οποίος δημιούργησε τον δεύτερο εαυτό του, τον Εμίλ Αζάρ –παρότι υπάρχουν, προφανώς, θεμελιακές διαφορές σε επίπεδο σκοπιμότητας. Βιβλία και μύθος Στην προκειμένη περίπτωση, ωστόσο, τα ενδιαφέροντα συμπεράσματα δεν αφορούν τόσο τους αυτουργούς της απάτης, αλλά την ίδια τη θέση και την πρόσληψη της λογοτεχνίας στον σύγχρονο δυτικό κόσμο. Οπως επισημαίνει και ο Φρεντερίκ Μπεγκντεμπέ, αγαπημένο παιδί των Μέσων ο ίδιος, στο σχετικό άρθρο του στο περιοδικό «Lire» (2/2006), η υπόθεση αυτή μας αναγκάζει να εξετάσουμε τα αντανακλαστικά μας ως αναγνωστών: «Δεν διαβάζουμε πια όπως πριν από έναν αιώνα, ούτε καν όπως πριν από μια δεκαετία. Αναζητούμε την παρουσία του συγγραφέα σε κάθε σελίδα. Η Λόρα Αλμπερτ κατάλαβε ότι η φαντασία της δεν έφτανε: έπρεπε να φτιάξει ένα μύθο γύρω από το πρόσωπό της, προσδίδοντας μεγαλύτερο ρεαλισμό, άρα μεγαλύτερη συγκινησιακή δύναμη, στο κείμενό της». Και συνεχίζει: «Αραγε, ένα βιβλίο δεν είναι φτιαγμένο από λέξεις και μόνο; Τα περί το βιβλίο είναι εξίσου σημαντικά με αυτά που υπάρχουν μέσα στο βιβλίο;» Ο συγκεκριμένος τρόπος προώθησης του λογοτεχνικού προϊόντος με όρους της αγοράς και, κυρίως, των Μέσων, και η απόλυτη επιτυχία του εγχειρήματος της Αλμπερτ απλώς επιβεβαιώνει αυτό που ψιθυρίζεται στους κύκλους των γραμμάτων σε όλες τις δυτικές χώρες – καθότι η Ανατολή, όπως και αν αυτή ορίζεται, και οι αναπτυσσόμενες χώρες ασχολούνται εκ των πραγμάτων με πολύ διαφορετικά ζητήματα, όταν και αν έχουν την ευχέρεια: ότι δηλαδή το βιβλίο σήμερα, για ένα ευρύτατο κοινό, δεν αποτελείται από λέξεις και μόνο. Ή καλύτερα, ότι το κοινό προσλαμβάνει ως βιβλίο την ιδιότυπη σύνθεση του κειμένου καθαυτό και των ατελείωτων συνεντεύξεων του συγγραφέα, της ζωής του που γίνεται εικονογραφημένη αφήγηση, έως και κλασικό εικονογραφημένο, στις εφημερίδες και τα περιοδικά. Αδηφάγο κοινό Προφανώς και δικαίως κάποιοι θα πουν ότι ανέκαθεν οι συγγραφείς έδιναν συνεντεύξεις. Οι συνεντεύξεις αυτές, όμως, αφορούσαν και αφορούν τη δουλειά τους και όχι την προσωπική τους ζωή, τις προτιμήσεις τους, τις αδυναμίες τους, τα παιδιά τους, τα σκυλιά ή τα γατιά και τα αρκουδάκια τους και πολύ περισσότερο τους καημούς τους και τον ανάδρομο Ερμή. Το κοινό, αδηφάγο όσον αφορά την ιδιωτική ζωή των δημοσίων προσώπων λόγω της επιτυχούς μαθητείας του στην τηλεόραση, ζητά από τον συγγραφέα να τον συγκινήσει πλέον ως πρόσωπο, να γίνει «ο δικός του άνθρωπος» ή ένας απόλυτα εξαιρετικός άνθρωπος, έξω από τα κοινά μέτρα, όπως καλή ώρα ο Λιρόι. Καθώς η αμερικανική κοινωνία καθρεφτίζει στην υπερβολή τους αυτά τα φαινόμενα κατίσχυσης των ΜΜΕ σε όλες τις σφαίρες της ανθρώπινης ζωής και δημιουργίας, θα λέγαμε λοιπόν ότι το κοινό διψά για δάκρυα και αίμα, πραγματικά όμως και καθόλου λογοτεχνικά. Το αμερικανικό παράδειγμα αποδεικνύει ότι ο συγγραφέας, για να αντλήσει πραγματικά σημαντικά οφέλη από την εικόνα του, πρέπει να διακινδυνεύσει λίγο περισσότερο, να εκτεθεί λίγο παραπάνω, να σκανδαλίσει και να σοκάρει πειστικά. Δεν θα πρέπει να δημοσιοποιεί απλώς ορισμένες πτυχές της ιδιωτικής του ζωής. Αλλά να ζει, ή να παριστάνει ότι ζει, δεν έχει σημασία, με ένταση, με πάθος, με οδύνη. Να γίνει ο ίδιος ο ήρωας των βιβλίων του. Και το κοινό θα τον ανταμείψει. Σε δύο ταμπλό Αν ισχύει λοιπόν ότι δεν διαβάζουμε όπως πριν από εκατό χρόνια, εξίσου ισχύει ότι δεν γράφουμε όπως πριν εκατό χρόνια, ούτε καν όπως πριν από πενήντα. Πολλοί συγγραφείς εμπλέκουν στην πρόσληψη του έργου τους τη δημόσια εικόνα τους, και στην Ελλάδα φυσικά, όπου οι ιστορίες τύπου Λιρόι δεν έχουν κάνει –ακόμα;– την εμφάνισή τους. Η τελευταία τρόπον τινά συναφής ελληνική ιστορία είναι η εναγώνια αναζήτηση της ταυτότητας του Σταύρου Κρητιώτη, που στην πραγματικότητα ελάχιστα απασχόλησε το ευρύ κοινό. Πολλοί συγγραφείς λοιπόν, στη Δύση και σιγά σιγά και στη χώρα μας, ποντάρουν σε δύο ταμπλό, στη δημόσια εικόνα τους και στη θεματική τους, ώστε να συγκινήσουν το κοινό και να κάνουν το πολυπόθητο μπεστ σέλερ. Στην περίπτωση του Λιρόι, ο κόσμος, λέει, ευαισθητοποιήθηκε όσον αφορά την παιδική πορνεία και τη σεξουαλική κακοποίηση των παιδιών. Δεν είναι καθόλου βέβαιο, πάντως, ότι ο Λιρόι και οι ιστορίες του δεν άγγιξαν και λίγο πιο ποταπές χορδές της ανθρώπινης ψυχής, η οποία γοητεύεται από τη βίαιη και απόλυτη καταστροφή του σώματος και της ψυχής – όπως μαρτυρεί, εξάλλου, η μεγάλη επιτυχία των σχετικών έργων ανά τον κόσμο. Νέο «σκάνδαλο» Λίγο μετά τις αποκαλύψεις για τον Λιρόι, πάντως, στην Αμερική ανέκυψε και νέο «σκάνδαλο». Ο επίσης cult συγγραφέας Τζέιμς Φρέι, διάσημος για το αυτοβιογραφικό βιβλίο του «Ενα εκατομμύριο μικρά πράγματα», στο οποίο περιέγραφε πώς γλίτωσε από την κόλαση του αλκοόλ, των ναρκωτικών και της φυλακής, έχει, λέει, επεξεργαστεί πολλές από τις εμπειρίες που περιγράφει στο βιβλίο του! Το βιβλίο δηλαδή που το κοινό αγκάλιασε συμπάσχοντας με τον δυστυχή Φρέι λέει ψέματα, είναι έργο μυθοπλασίας! Και επιπλέον, ο συγγραφέας απολογήθηκε: «Ας αφήσουμε στο μίσος τους όσους μισούν, στην αμφιβολία τους όσους αμφιβάλλουν, εγώ εμμένω στο βιβλίο και τη ζωή μου». Καθώς οι αμερικανικές επιδράσεις είναι πολύ της μόδας στη χώρα μας, και όχι με τον τρόπο που στη δεκαετία του είκοσι και του τριάντα οι συγγραφείς ανέτρεχαν στον Ντος Πάσος και τον Φόκνερ, αλλά ως σημαία και στρατηγική προώθησης, προς το παρόν αμφίβολης αποτελεσματικότητας πάντως, θα πρέπει να περιμένουμε, ίσως, ενδιαφέρουσες εξελίξεις. Ή αλλιώς, έχουν να δουν πολλά τα μάτια μας. Ενώ η λογοτεχνία θα συνεχίζει την πορεία της, μέσα σε όλα αυτά και ερήμην τους. Το υπαρξιακό παιχνίδι του Γκαρύ - Αζάρ Συνοδοιπόρος του Ντε Γκωλ, διπλωμάτης, κινηματογραφιστής και σύζυγος της γνωστής Αμερικανίδας ηθοποιού Τζιν Σίμπεργκ, ο Ρομαίν Γκαρύ (επίσημο ψευδώνυμο του Ρομάν Κασέφ 1914 - 1980) ανέκαθεν γοητευόταν από το παιχνίδι του άλλου εαυτού: «να ξαναρχίσω από την αρχή, να ξαναζήσω, να γίνω ένας άλλος, αυτός υπήρξε ο μέγας πειρασμός του βίου μου». Αφού έχει ήδη υπογράψει ως Φόσκο Σινιμπάλντι, το 1974, πολύ γνωστός και καταξιωμένος, κυριεύεται από το φόβο της παρακμής, τον οποίο εκφράζει στα έργα του της περιόδου. Επιλέγει λοιπόν το ψευδώνυμο Εμίλ Αζάρ για να δημοσιεύσει ένα μυθιστόρημα εντελώς διαφορετικό, την αστεία και πικρή ερωτική ιστορία ενός εργένη με έναν πύθωνα, γραμμένη με ύφος ζωηρό και μοντέρνο, ως εάν πράγματι την έγραφε ένας νέος συγγραφέας. Την ίδια χρονιά, υπογράφει επίσης ως Σατάν Μπογκά. Καθώς αρχίζουν οι συζητήσεις για την αληθινή ταυτότητα του Εμίλ Αζάρ, και στο τραπέζι πέφτουν ονόματα όπως του Κενώ ή του Αραγκόν, ο Γκαρύ προστατεύει τον δεύτερο εαυτό του χαρίζοντάς του ένα πραγματικό πρόσωπο, του ανιψιού του Πολ Πάβλοβιτς. Και γίνεται ο μόνος συγγραφέας που έχει τιμηθεί δύο φορές με το βραβείο Γκονκούρ (μία το 1956 για τις «Ρίζες του ουρανού», ως Γκαρύ, και μία το 1975 για το «Η ζωή μπροστά σου», ως Αζάρ). Η αλήθεια αποκαλύπτεται μετά την αυτοκτονία του, το 1980. «Το καταδιασκέδασα. Αντίο και ευχαριστώ». Για τον Ρομαίν Γκαρύ, ωστόσο, αυτό το παιχνίδι, όπως και η λογοτεχνία εν γένει, ήταν μια πτυχή της υπαρξιακής του περιπέτειας. Και ουδεμία σχέση είχε με την αγορά και τη δημοσιότητα, με τις ανάλογες απόπειρες των σύγχρονων ομοτέχνων του. Από τη Σαρκοζί στην Τασούλα Τον Νοέμβριο του 2005, οι εκδόσεις First αρνήθηκαν τελικά να εκδώσουν το βιβλίο της Βαλερί Ντομέν με τίτλο: «Σεσίλια Σαρκοζί, ανάμεσα στην καρδιά και τη λογική». Η Σεσίλια Σαρκοζί απέσυρε τη συγκατάθεσή της και ο ισχυρός άντρας της Γαλλίας Νικολά Σαρκοζί απειλούσε με μηνύσεις. Η Ντομέν δεν απελπίστηκε καθόλου. Μετονόμασε τη Σεσίλια σε Σέλια Μισώ-Κορντιέ, σύζυγο ενός πολιτικού ηγέτη, και τη βιογραφία σε μυθιστόρημα, αφαιρώντας απλώς από τον τίτλο το όνομα. Το βιβλίο κυκλοφόρησε ήδη από τις εκδόσεις Fayard και η συγγραφέας του τονίζει ότι κάθε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα είναι συμπτωματική! Το μυθιστόρημα, και μάλιστα το μυθιστόρημα με κλειδιά, με σαφείς δηλαδή αναφορές σε υπαρκτά πρόσωπα που δεν κατονομάζονται, υπήρξε ανέκαθεν η ιδεώδης διέξοδος για κάθε μορφή λογοκρισίας. Ρητή προϋπόθεση, η κατ’ επίφασιν συγκάλυψη της πραγματικής ταυτότητας. Αν στην Αμερική οι αναγνώστες μηνύουν τον συγγραφέα επειδή επένδυσε με μυθοπλασία την αλήθεια (Φρέι), στην Ευρώπη κανείς δεν εμποδίζει κανέναν να γράψει το οτιδήποτε, αρκεί να μην παραβαίνει τους κανόνες. Αρκεί, έστω και φαινομενικά, να μην θίγονται τα πρόσωπα, που ακόμα δεν έχουν εισέλθει στην Ιστορία, ώστε να αποτελέσουν ήρωες ιστορικών μυθιστορημάτων. Πολλές φορές, αυτή η ελάχιστη απόκρυψη προκαλεί, άλλωστε, ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον – ας θυμηθούμε τις συζητήσεις για τους ήρωες στο «Τιμής ένεκεν» του Πέτρου Τατσόπουλου. Η αντίθετη πρακτική ενέχει, αντιθέτως, κινδύνους. Παράδειγμα, η υπόθεση του «μυθιστορηματικού χρονικού» της Ρέας Γαλανάκη, «Αμίλητα, βαθιά νερά - Η απαγωγή της Τασούλας», που μιλάει για ένα πολύ πρόσφατο παρελθόν και δεν συγκαλύπτει την ταυτότητα των ηρώων της, προκαλώντας την αντίδρασή τους. Στο πεδίο της λογοτεχνίας, η συζήτηση αυτή μας ενδιαφέρει ως προς την απάντηση που θα δοθεί στο ερώτημα σχετικά με τα όρια της ελευθερίας του δημιουργού, για τον ρόλο του μυθιστορήματος καθαυτό σήμερα.
|