|
Το ψωμί ψωμάκι (κυριολεκτικά) στην Αίγυπτο
Της Μαριλης Μαργωμενου
Το να πεθάνεις από την πείνα στο Κάιρο, είναι ακόμη πιο πιθανό κι απ’ το να σκοτωθείς στον αυτοκινητόδρομο - καρμανιόλα με τις άναρχες νταλίκες που κυκλώνει την πόλη. Εδώ, δύσκολα θα βρεις έστω κι έναν κάτοικο που να μην έχει χάσει κάποιον δικό του με έναν απ’ αυτούς τους δύο τρόπους. Εκτός κι αν είσαι τουρίστας - οπότε δε θα βρεις κανέναν, γιατί την ακραία φτώχεια θα τη δεις μόνο πίσω από παράθυρα λεωφορείων, και κάτω από μπαλκόνια πεντάστερων ξενοδοχείων. Πρέπει να ξυπνήσεις πολύ νωρίς το πρωί, πριν βγει ο ήλιος για να καταλάβεις πώς οι άνθρωποι εδώ πεθαίνουν απ’ την πείνα. «Ζουν με επιδοτούμενο ψωμί», σου λέει όποιος κι αν ρωτήσεις. «Είναι δώδεκα φορές πιο φθηνό απ’ το κανονικό, και δώδεκα φορές πιο άνοστο». Αν δοκιμάσεις να το φας, είναι σα να τρως χαρτί. Αλλά γι’ αυτό το ψωμί πριν από δύο εβδομάδες μαχαιρώθηκαν δύο άνδρες στην ουρά, κι άλλοι πέντε πέθαναν από εξάντληση, περιμένοντας κάτω απ’ τον ήλιο. Το να βρεις τις ουρές για το ψωμί, δεν είναι δύσκολο - στο Κάιρο υπάρχουν δέκα φούρνοι που το ψήνουν, και 500 κιόσκια που το μοιράζουν. Περπατώντας στους δρόμους το ξημέρωμα ακούς τις φωνές: «Αϊς! Αϊς!» - που θα πει «Ψωμί! Ψωμί!». Αν πλησιάσεις, βλέπεις ένα ταλαίπωρο τσούρμο με άδεια καλάθια στα χέρια. Είναι οι άνθρωποι του μισού ευρώ - με τόσα λεφτά ζουν τη μέρα. Πριν βγει ο ήλιος, τρέχουν να πιάσουν θέση στην ουρά. Κι εκεί, έχουν όλο τον χρόνο του κόσμου να κάνουν ξανά και ξανά τα μαθηματικά της απελπισίας: 30 ευρώ μισθός και είκοσι ευρώ ενοίκιο, που θα πει πως κάθε οικογένεια ζει με δέκα ευρώ τον μήνα. Το μισό λεπτό που κοστίζει ένα κομμάτι ψωμί, εδώ είναι υπολογίσιμο ποσόν. Κι όμως, μπορεί να επισκεφθείς το Κάιρο, και ποτέ να μην αντιληφθείς τίποτε απ’ όλα αυτά. Αν είσαι τουρίστας, απ’ τη στιγμή που πατάς το πόδι σου στο αεροδρόμιο, ζεις σε μια «κάψουλα πολυτελείας» - έτσι το λένε οι ντόπιοι. Το λεωφορειάκι του ξενοδοχείου σε παραλαμβάνει και σ’ αφήνει μπροστά σ’ ένα κτίριο που μοιάζει με παλάτι - μετά, μαθαίνεις πως το Mariott του Καΐρου ήταν πράγματι παλάτι. Περιφέρεσαι ανάμεσα στα επτά εστιατόρια -από γιαπωνέζικο μέχρι ιταλικό- με τα χαλιά και τους πολυελαίους, βουτάς στα σπα και πίνεις καφέ σε ατελείωτους κήπους, και η μόνη σου επαφή με την αραβική κουλτούρα είναι η «σίσα», ο ναργιλές που προσφέρεται στο grill δίπλα στην πισίνα, ανάμεσα σε καλοψημένα pepperstake και εξευγενισμένα κεμπάπ. Ενας μικρός πολυτελής κόσμος, σχεδιασμένος για να μη χρειαστεί να βγεις ποτέ έξω - τουλάχιστον, μέχρι να χρειαστείς κάτι. Στη δική μου περίπτωση, ήταν ένα θερμόμετρο. Με 38 πυρετό απ’ τη δηλητηρίαση που παθαίνουν οι μισοί ταξιδιώτες εδώ, προσπαθώ να εξηγήσω τι ψάχνω στο γκρουμ που μιλάει τόσα αγγλικά όσα αραβικά ξέρω εγώ. «Clinic!», μου λέει. «Come, clinic». Στρίβει στη ρεσεψιόν, μπαίνει σ’ ένα διάδρομο, χώνεται σε μια πόρτα. Με το που κατεβαίνω τα σκαλιά πίσω της, συνειδητοποιώ πως μόλις μπήκα στο ξενοδοχείο των φτωχών: ο γκρουμ με πάει στην κλινική των υπαλλήλων, κάτω απ’ το Mariott, στα αχανή υπόγεια του παλιού παλατιού. Η πραγματική ζωή Περπατώ στον διάδρομο και προσπερνώ ανοικτές πόρτες: το παιδί που μου μετέφερε τις βαλίτσες πεσμένο στα γόνατα σ’ ένα δωμάτιο με ξυσμένο ταβάνι προσεύχεται. Ο υπεύθυνος ασφαλείας της εισόδου, μ’ ένα φαγωμένο πουκάμισο αντί για το γκρι του σακάκι παραμερίζει την πλαστική ζελατίνα που έχει το μπάνιο για πόρτα. Σ’ έναν στραβό καθρέφτη ένας άνδρας ξυρίζεται με πινέλο και λεπίδα. Ο διπλανός του τρώει λαίμαργα ένα σκέτο κομμάτι ψωμί, και με κοιτάζει ένοχα. Οι γκρουμ, οι ρεσεψιονίστ, οι σερβιτόροι, όλοι ζουν εδώ. Χωρίς τα κουστούμια τους, χωρίς χαλιά στα πατώματα, και με γυμνές λάμπες αντί για πολυελαίους να φωτίζουν τη σκασμένη μπογιά στους τοίχους. Οταν πια βρίσκω θερμόμετρο, και καταλήγω πάλι πίσω στο δωμάτιό μου κάτω απ’ το πουπουλένιο πάπλωμα, νιώθω περίπου σαν να τα φαντάστηκα όλ’ αυτά απ’ τον πυρετό. Βαρκάδα με τις φελούκες στον Νείλο, βόλτα στις πυραμίδες, παζάρια για πέντε και δέκα ευρώ στην αγορά του Αλ Χαλίλι: αυτό είναι το Κάιρο για τον τουρίστα. Μέχρι να δοκιμάσει να σηκώσει κάμερα, να φωτογραφίσει κάποιον απ’ τους άπειρους ζητιάνους του δρόμου, και τότε… «No! Please!». Ενας αστυνομικός στέκεται μπροστά σου με το χέρι κολλημένο στον φακό της μηχανής. Γιατί δεν πρέπει, λέει, να δυσφημίσεις τη χώρα του, που ζει απ’ τον τουρισμό. Πάντα και παντού στο Κάιρο υπάρχει ένας αστυνομικός. Απ’ την αστυνομία ή τη μυστική αστυνομία ή τη στρατιωτική αστυνομία ή την τουριστική αστυνομία. Και πάντα οι 100 λίρες θα διώχνουν οποιονδήποτε αστυνομικό, γιατί κι αυτός με λιγότερες από 400 λίρες τον μήνα ζει, δηλαδή με κάτι σαν 50 ευρώ. Κι αυτό, θεωρείται καλός μισθός - γιατί ο μέσος εργάτης ζει με 20 ευρώ, και για να βγάλεις 100 ευρώ απ’ τη δουλειά σου, πρέπει να είσαι καθηγητής πανεπιστημίου. Κι όμως, για όλ’ αυτά, κανείς εδώ δε διαμαρτύρεται. Η πρώτη μεγάλη διαδήλωση των τελευταίων ετών μου λένε πως έγινε τις μέρες των δημοτικών εκλογών, τρεις εβδομάδες πριν: ξεκίνησε με το κάψιμο δύο σχολείων, και κατέληξε σε οδομαχίες και μαζικές συλλήψεις. Τους 15 άνδρες που τελικά τους κράτησαν στη φυλακή, μάλλον δε θα τους ξαναδούν ποτέ οι δικοί τους. Μετά απ’ αυτό, στη μαζική απεργία που έγινε πριν από δύο εβδομάδες, το Κάιρο άδειασε. Ολοι απεργούσαν, αλλά κανείς δε διαδήλωσε. Στους δρόμους που κανονικά θες μισή ώρα με το αυτοκίνητο για να διασχίσεις 500 μέτρα, εκείνη τη μέρα δεν υπήρχε ψυχή. Οι μόνοι που ήταν εκεί όπως πάντα απ’ τα ξημερώματα, ήταν οι άνθρωποι του μισού ευρώ. Χωρίς αυτοκίνητα και κόρνες, το ικετευτικό «Αϊς! Αϊς!» ακουγόταν πιο δυνατά από πότε.
|