|
Τι συμβαίνει στη «Νέα Ευρώπη»;
Του Νικου Βλαχακη*
Τι πραγματικά συμβαίνει στα νέα κράτη–μέλη της Ανατολικής Ευρώπης; - Ολοι θυμούνται ότι ο πρώην πρωθυπουργός της Πολωνίας Λέσεκ Μίλερ αναγκάστηκε να παραιτηθεί δύο ημέρες μετά την ένταξη της χώρας του στην Ε.Ε., ενώ 7 από τις 8 νέες χώρες άλλαξαν κυβερνήσεις, ως αποτέλεσμα πολιτικών κρίσεων και σκανδάλων. - Αλλο χαρακτηριστικό που επισημαίνουν διάφοροι πολιτικοί αναλυτές είναι ότι τα κόμματα που οδήγησαν τις χώρες τους στην ευρωπαϊκή ενταξιακή πορεία υπέστησαν εκ των υστέρων δεινή ήττα, πληρώνοντας το αντίτιμο μεταρρυθμιστικών προγραμμάτων με κοινωνικό κόστος, ενώ η έλλειψη πολιτικής ωριμότητας και θεσμικής κουλτούρας, δημιούργησε ευνοϊκές συνθήκες για την ανάρρηση διαφόρων λαϊκιστικών σχηματισμών. - Επιπλέον, αυτή η συμπτωματολογία της προϊούσας πολιτικής κρίσης συμπληρώνεται και από τη χαμηλή συμμετοχή στις πρόσφατες ευρωεκλογές, όπου η ευρω-ευφορία θεωρούνταν ότι θα ήταν το κύριο χαρακτηριστικό, αγγίζοντας σε κάποιες περιπτώσεις ποσοστά όπως το 17% μόλις (Πολωνία) ή 20% (Τσεχία) και 28,6% (Βουλγαρία - Μάιος 2005). - Σύμφωνα με σχετικές έρευνες, στο τέλος του 2006, ένα ποσοστό 60% - 70% εξέφραζε τη δυσπιστία του σ’ αυτές τις χώρες σε θεσμούς όπως η Κυβέρνηση, το Κοινοβούλιο, τα κόμματα. Η γνωστή Αμερικανική ΜΚΟ “Freedom House” στη φετινή Εκθεσή της για τις χώρες υπό μετάβαση, όπου εξετάζονται οι πολιτικές εξελίξεις σε 29 χώρες της Κεντρικής Ευρώπης και της Ευρασίας, θεωρεί ότι: «Η οικονομική πρόοδος στην Κεντρική Ευρώπη επισκιάζεται από την αυξανόμενη πολιτική ρευστότητα, καθώς σε πολλές χώρες οι κυβερνώσες ελίτ έχουν επικεντρωθεί στην συγκέντρωση υπερβολικής κομματικής εξουσίας». Η «κόπωση των μεταρρυθμίσεων», που στα παλιά κράτη–μέλη χαρακτηρίστηκε «κόπωση της διεύρυνσης» (enlargement fatigue), θεωρείται βασικός τροφοδότης του «ευρωσκεπτικισμού». Σε ανάλυση που συνέταξε το Ινστιτούτο “Open Society” σχετικά με την κατάσταση των 8 κεντροευρωπαϊκών χωρών που εντάχθηκαν το 2004, αποδεικνύεται ότι η ένταξη αυτών των χωρών «αποτελεί αναμφίβολη οικονομική επιτυχία», παρά το ότι αυτή η οικονομική πρόοδος δεν κατανέμεται ισομερώς, καθώς κάποιες κινούνται γρήγορα όπως η Λιθουανία, η Λεττονία, η Εσθονία και η Σλοβακία, ενώ η Ουγγαρία και η Πολωνία έχασαν την αρχική τους μεταρρυθμιστική ορμή. Ειδικότερα για την Πολωνία, η Παγκόσμια Τράπεζα την χαρακτηρίζει «πρώιμα ανεπτυγμένο κοινωνικό κράτος», καθώς το νέο ασφαλιστικό σύστημα διεύρυνε τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, τα επιδόματα ανεργίας και τις διευκολύνσεις στους αγρότες, οι οποίες προκάλεσαν δημοσιονομικά ελλείμματα και αύξηση του δημοσίου χρέους. Η Ουγγαρία πάλι μετά την γενναία αύξηση των μισθών του 2002, ως αποτέλεσμα προεκλογικών υποσχέσεων της κυβέρνησης Ντουρτσάνι, διπλασίασε το δημοσιονομικό της έλλειμμα στο 9% επί του ΑΕΠ και αμέσως μετά κατέγραψε πτώση των πραγματικών εισοδημάτων. Είναι γεγονός, πάντως, ότι οι παραπάνω διαπιστώσεις κάθε άλλο παρά επιβεβαιώνουν το σύνδρομο του «Πολωνού υδραυλικού». Ούτε μαζική ροή μεταναστών η οποία θα αναστάτωνε την ευρωπαϊκή αγορά εργασίας παρατηρήθηκε ούτε κατακόρυφη αύξηση της εγκληματικότητας, όπως υπήρχαν φόβοι, καταγράφηκε. Αυτό που, αντίθετα, προκαλεί σκεπτικισμό δεν είναι τόσο η πορεία της οικονομίας σ’ αυτές τις χώρες, είτε κάποιος συμφωνεί με τις παραπάνω διαπιστώσεις που προέρχονται από μία συγκεκριμένη σχολή σκέψης, είτε όχι, όσο κυρίως η περιοδική ενδημικότητα στις πολιτικές κρίσεις, η οποία παρατηρείται, καθώς και η μεταφορά τους με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή (π.χ. Ευρωσύνταγμα). Ο Τσέχος πολιτικός αναλυτής Ιρζι Πέχε παρατηρεί ότι: «Μία από τις αιτίες για την ανάπτυξη του λαϊκισμού στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη είναι, όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, η συμμετοχή στην Ε.Ε., δεδομένου ότι το καθεστώς της υποψήφιας χώρας είχε ως αποτέλεσμα την αυτοπειθαρχία τους, ενώ μόλις αυτό εξαφανίστηκε έπαψε να υφίσταται κάθε κίνητρο». (ε/φ ΝΤΝΕΒΝΙΚ 21/6/07). Συνοψίζοντας τα κύρια χαρακτηριστικά αυτής της ύστερης πολιτικής μετάβασης, η οποία συμβαδίζει με την πρώτη περίοδο της ένταξης, θα διακρίναμε τα εξής: 1. Η εξαφάνιση των πολιτικών υποκειμένων που συνδέθηκαν με το πολιτικό κόστος των πρώτων χρόνων της μετάβασης, τα οποία και πλήρωσαν τις «οδύνες» αυτής της περιόδου. 2. Η πολιτική αποσπασματικότητα, καθώς η απόσταση πολιτών και κομμάτων επιτείνει την πολιτική απάθεια. 3. Η καχεκτική «κοινωνία των πολιτών» και η έντονη εξάρτηση από αναδυόμενα οικονομικά συμφέροντα και την γραφειοκρατία της παλιάς διοίκησης. 4. Ενα από τα μεγαλύτερα πάντως προβλήματα –όπως εξηγεί πάντα ο Ι. Πέχε– είναι ότι στις πρώην κομμουνιστικές χώρες «ακόμα δεν έχουμε σταθερά κομματικά συστήματα. Λείπουν κόμματα τα οποία να αποτυπώνουν τα πραγματικά προβλήματα διακριτών κοινωνικών ομάδων. Αντ’ αυτού, οι πολιτικοί οργανισμοί συσπειρώνονται γύρω από χαρισματικές προσωπικότητες, αποτελώντας αυτό το βασικό κίνητρο στήριξής τους από τις ευρύτερες μάζες οι οποίες επιζητούν τη διαμεσολάβησή τους. Διέξοδος απ’ αυτή την κατάσταση θα ήταν η εμφάνιση πολιτικών ηγετών «νέου τύπου», απαλλαγμένων από το ολοκληρωτικό παρελθόν, οι οποίοι θα τεθούν επικεφαλής σταθερών πολιτικών σχηματισμών ευρωπαϊκά αντιστοιχισμένων. 5. Για να συμβεί όμως κάτι τέτοιο, βασικό προαπαιτούμενο είναι η δημιουργία και η διεύρυνση των νέων μεσαίων στρωμάτων που θα καλύψουν το κενό το οποίο άφησε η βίαια έξοδος μεγάλων στρωμάτων από την παραγωγική διαδικασία, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής οικονομικών πολιτικών–σοκ, της προηγούμενης δεκαετίας, που οδήγησαν είτε στην κοινωνική εξαθλίωση είτε στη μαζική μετανάστευση. Αυτό είναι που πρέπει να κατανοήσουμε εμείς της «παλιάς Ευρώπης». * Ο Νίκος Βλαχάκης είναι Σύμβουλος Τύπου και Επικοινωνίας στην Ελληνική Πρεσβεία στη Σόφια. Απόφοιτος της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης, έχει ειδικευθεί στις Διεθνείς Σχέσεις στο Centre Europeen de Recherches Internationales et Strategiques - Βρυξελλών. Οι παραπάνω απόψεις είναι προσωπικές.
|