|
Ενεργοί μπλόγκερ, άνεργοι κριτικοί
Της Μαργαριτας Πουρναρα
Κάποτε η κριτική δίσκων, θεατρικών παραστάσεων, βιβλίων και ταινιών ήταν υπόθεση των ειδικών. Κάθε έντυπο που σεβόταν τον εαυτό του, προσλάμβανε μια σειρά εξειδικευμένων ατόμων που αναλάμβαναν να προϊδεάσουν το κοινό. Ηταν αποκλειστική τους ευθύνη και πλήρωναν το τίμημα για την τοποθέτησή τους. Τώρα όμως η υπόθεση της κριτικής έχει σχεδόν φύγει από τα χέρια τους και οι εφημερίδες στηρίζονται όλο και περισσότερο στη γνώμη των μπλόγκερ. Δεν έχει τόση σημασία τι λέει ο γνώστης όσο ο ανώνυμος μέσος όρος. Αυτή η τάση έχει γίνει περισσότερο αισθητή στον αμερικανικό Τύπο, όπου οι κριτικοί χάνουν τη δουλειά τους, ένα φαινόμενο που κάποιοι βρίσκουν ανησυχητικό. Ο πρώτος λόγος που οδηγεί τους κριτικούς στην ανεργία είναι ο οικονομικός. Καμιά εφημερίδα δεν θέλει πλέον να χρυσοπληρώνει κάποιους για να δίνουν ένα κομμάτι την εβδομάδα. Οι μπλόγκερ το κάνουν χωρίς να ζητάνε ούτε μια δεκάρα, ενώ είναι διατεθειμένοι να γράφουν πολύ περισσότερο. Ο δεύτερος λόγος είναι η ταχύτητα. Οι μπλόγκερ γράφουν γρήγορα, αναρτούν τα κομμάτια τους στο Διαδίκτυο αμέσως μετά μια παράσταση ή μια ταινία σε αντίθεση με τους παραδοσιακούς κριτικούς που συνήθως καθυστερούν. Υπάρχει όμως και κάτι πιο σημαντικό, το οποίο επισημαίνει σε άρθρο της η εφημερίδα Observer: η γνώμη δεν είναι πια προνόμιο των ολίγων που γνωρίζουν. Με την επανάσταση του Διαδικτύου, εκδημοκρατίστηκε. Η άποψη του ανθρώπου της διπλανής πόρτας απέκτησε αξία. Περίπου όσο και αυτή του κριτικού. Το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης των ιδεών εφαρμόζεται στην πράξη σε πολλές χώρες του δυτικού κόσμου χάρη στο Ιντερνετ. Η Βρετανία, σε αντίθεση με όσα συμβαίνουν στις ΗΠΑ, έχει ακόμα μεγάλο σεβασμό για τους κριτικούς των τεχνών. Αλλωστε υπάρχει μεγάλη παράδοση στη χώρα όπου ο Οσκαρ Γουάιλντ έγραφε για βιβλία και ο Γκρέιαμ Γκριν για ταινίες. Μπορεί να έχει την ίδια βαρύτητα στα μάτια ενός Βρετανού αναγνώστη η ματιά ενός ερασιτέχνη; Ο Μάικλ Μπίλινγκτον, που κάνει θεατρική κριτική στη Guardian για 35 χρόνια πιστεύει ότι βιώνει ένα τέλος εποχής αλλά πρέπει να έχει την ευελιξία να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των καιρών. Θυμάται, μάλιστα, ότι την πρώτη φορά που δημοσιεύτηκε κριτική του στο Ιντερνετ, στην ιστοσελίδα της εφημερίδας του δέχθηκε εκατοντάδες σχόλια. «Δεν ήμουν καθόλου προετοιμασμένος για κάτι τέτοιο. Ηταν μια κλήση αφύπνισης ότι τα πράγματα έχουν αλλάξει. Οι δημοσιογράφοι της γενιάς μου πρέπει να αποδεχθούν ότι εκεί έξω υπάρχει μια στρατιά ανθρώπων που η γνώμη τους έχει την ίδια δύναμη με τη δική μας. Ο γραπτός λόγος έχει χάσει πλέον την αριστοκρατική του ανωτερότητα. Το άλλο πρόβλημα των κριτικών είναι ότι ενώ οι μπλόγκερ μπορούν να τους επιτεθούν, οι ίδιοι έχουν περιορισμένο οπλοστάσιο: «Πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί στο τι γράφουμε. Μόλις διαφωνήσουμε με τους μπλόγκερ μας κάνουν αμέσως επίθεση. Είναι υπερευαίσθητοι». Οσο κι αν θέλει κάποιος να υπερασπιστεί μια παλαιά φρουρά δημοσιογράφων που κοιτούσε να κάνει τη δουλειά της με ευσυνειδησία, οφείλει να αναγνωρίσει ότι κανείς πλέον δεν μπορεί να μείνει στο απυρόβλητο. Οι κριτικοί κρίνονται με τη σειρά τους και δεν μπορούν πια να ζουν στην ασφάλεια που τους προσέφερε η απόσταση του εντύπου.
|