|
Η Ελλάδα μπορεί να ξεπεράσει την κρίση
Την πλήρη υποστήριξη της Γερμανίας στις διαρθρωτικές αλλαγές εκφράζει ο υπ. Εξωτερικών της χώρας, Γκίντο Βέστερβελε
Συνέντευξη στην Ξενια Kουναλακη
Την εμπιστοσύνη της γερμανικής κυβέρνησης προς την Ελλάδα για την αντιμετώπιση των οικονομικών δυσχερειών της εκφράζει σε συνέντευξή του στην «Κ» ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών, Γκίντο Βέστερβελε, ο οποίος επισκέπτεται αύριο τη χώρα μας για συνομιλίες με τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας, Κάρολο Παπούλια, καθώς και τον πρωθυπουργό και ομόλογό του, Γιώργο Παπανδρέου. Η επίσκεψη δημιουργεί προϋποθέσεις στήριξης της Ελλάδας από τον ισχυρό Ευρωπαίο εταίρο και στη διάρκειά της αναμένεται να συζητηθούν καίρια ζητήματα που αφορούν τις διμερείς σχέσεις, από τα ναυπηγεία Σκαραμαγκά και την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας μέχρι την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας. Η τελευταία επίσημη επίσκεψη είχε πραγματοποιηθεί από τον προκάτοχό του, Φρανκ Βάλτερ Στάινμαϊερ τον Ιούνιο του 2009. Ο Γκίντο Βέστερβελε είναι από τον περασμένο Οκτώβριο υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας και αντιπρόεδρος στη δεύτερη κυβέρνηση της καγκελαρίου Αγκελα Μέρκελ. Ως ηγέτης του Κόμματος των Ελεύθερων Δημοκρατών (FDP) πέτυχε στις περσινές εκλογές να αποσπάσει το μεγαλύτερο εκλογικό ποσοστό στην ιστορία του FDP με 14,6% και να εξελιχθεί σε κυβερνητικό σύμμαχο των Χριστιανοδημοκρατών της Μέρκελ. Ενόψει του ταξιδιού του στην Αθήνα ο κ. Βέστερβελε απάντησε γραπτώς σε ερωτήσεις της «Κ». – Στην Ελλάδα επικρατεί η εντύπωση ότι ειδικά η Γερμανία είναι απογοητευμένη από την ελληνική οικονομική πολιτική (βλ. «Η ελληνική τραγωδία» στο περιοδικό Spiegel) και ότι το Βερολίνο θεωρεί υπεύθυνη την Αθήνα για την αδυναμία του ευρώ. Ευσταθεί αυτό, είναι μια επίσημη θέση ή μήπως η κριτική προέρχεται μόνο από άρθρα εφημερίδων; – Δεν θα πρέπει να συγχέετε αναφορές των μέσων ενημέρωσης με τη στάση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Ολες οι χώρες του ευρώ έχουν οικονομικό ενδιαφέρον για ένα ισχυρό και σταθερό κοινό νόμισμα. Για τον λόγο αυτό είναι και τόσο σημαντικό να ακολουθούμε όλοι μαζί τους κανόνες που υπαγορεύει το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Εχουμε εμπιστοσύνη ότι η ελληνική κυβέρνηση θα επιδείξει τον δέοντα δυναμισμό στην αντιμετώπιση των διαρθρωτικών αδυναμιών της ελληνικής οικονομίας. Η Αθήνα έχει εδώ την πλήρη υποστήριξη της Γερμανίας και όλων των άλλων εταίρων στην Ε.Ε. Οι εξοπλισμοί – Υστερα από πολυετείς διαπραγματεύσεις, το θέμα των τεσσάρων υποβρυχίων, τα οποία δεν παραλαμβάνονταν από την ελληνική πλευρά λόγω τεχνικών προβλημάτων, βαίνει προς το τέλος του. Την ίδια χρονική περίοδο η γερμανική κοινοπραξία ThyssenKrupp δήλωσε, ότι προτίθεται να μεταβιβάσει τα ναυπηγεία Σκαραμαγκά. Η ελληνογερμανική συνεργασία που ξεκίνησε με τόση αισιοδοξία, εξελίχθηκε τελείως διαφορετικά. Πώς βλέπετε εσείς τα δύο αυτά ζητήματα; – Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν υπήρξε ποτέ συμβαλλόμενο μέρος στην προμήθεια των υποβρυχίων. Συνεπώς δεν μπορώ να μπω και σε λεπτομέρειες. Τα συμβαλλόμενα μέρη –δηλαδή το ελληνικό υπουργείο Εθνικής Αμυνας και η εταιρεία ThyssenKrupp Marine Systems – βρίσκονται, εξ όσων γνωρίζω, εκ νέου σε διαπραγματεύσεις. Ελπίζω πως θα μπορέσει να βρεθεί μια λύση που να ικανοποιεί και τις δύο πλευρές. – Τα υποβρύχια, όπως και το θέμα του Eurofighter επιβάρυναν τις ελληνογερμανικές σχέσεις. Τι το καινούργιο μπορούμε να περιμένουμε; – Ενσταση! Οι σχέσεις μας είναι στενές και βασισμένες στην εμπιστοσύνη και αντέχουν –εάν χρειαστεί– μια ανοιχτή συζήτηση με διαφορετικές απόψεις. Αυτό όμως δεν αλλάζει κάτι στην ελληνογερμανική εταιρική σχέση και φιλία, για την οποία είμαστε πολύ ευγνώμονες. Οσον αφορά το Eurofighter: Δεν πιέζουμε την ελληνική κυβέρνηση για μια αγορά. Εάν όμως η ελληνική κυβέρνηση, σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή, λάβει κάποια απόφαση για αγορά μαχητικών αεροσκαφών, τα κράτη που συμμετέχουν στο Eurofighter, τα οποία εδώ εκπροσωπούνται από τη Γερμανία, θέλουν να ληφθούν υπόψη στη διαδικασία. Είναι κάτι τελείως φυσικό εντός της Ευρωπαϊκής Ενωσης. – Στο περιοδικό Focus αναφέρεται ότι κατά την προγραμματισμένη επίσκεψή σας στην Αθήνα θα «θέσετε το θέμα» του πρώην διευθυντή της Siemens, κ. Φόλκερ Γιουνκ «για να τον βοηθήσετε». Στο πρώην μέλος του κεντρικού Δ.Σ. της Siemens απαγορεύεται εδώ και μήνες η έξοδος από τη χώρα. Γιατί όμως να σας βοηθήσει η Αθήνα ενόσω η γερμανική Δικαιοσύνη αρνείται την έκδοση του κ. Χριστοφοράκου; – Στην Ελλάδα, όπως και στη Γερμανία, η Δικαιοσύνη είναι ανεξάρτητη και λογοδοτεί μόνο έναντι του νόμου. Τη σύνδεση που κάνετε μεταξύ της υπόθεσης αυτής και της έκδοσης στην υπόθεση Χριστοφοράκου δεν μπορώ δυστυχώς να την παρακολουθήσω. Συνεργασία με τη Μέρκελ – Είστε ευχαριστημένος με την πρόοδο της νέας κυβέρνησης της κ. Αγκελα Μέρκελ; Ή μήπως πιστεύετε ότι στον τομέα της οικονομίας θα έπρεπε να γίνουν πολλά περισσότερα, ώστε η Γερμανία να βγει από την κρίση; Πώς θα συνεννοηθεί το FDP με το CDU/CSU, εφόσον στον συνασπισμό υπάρχουν συχνά διενέξεις, για παράδειγμα με το θέμα της μείωσης των φόρων; – Εχουμε κάνει μια καλή αρχή και αποφασίζουμε μαζί για τις ενδεδειγμένες πρωτοβουλίες που θα βοηθήσουν τη χώρα μας, όπως ο νόμος για την επίσπευση της ανάπτυξης. Με αυτόν δημιουργούμε ελαφρύνσεις στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς και τη μεσαία τάξη και δημιουργούμε σημαντικές βελτιώσεις για τις επιχειρήσεις, μεσούσης της κρίσης. Με τον τρόπο αυτό δημιουργούμε τα θεμέλια για την ανάπτυξη που χρειαζόμαστε, ώστε να διασφαλίσουμε την απασχόληση και την ευημερία στη Γερμανία. Αυτόν τον στόχο έχουν θέσει όλοι οι κυβερνητικοί εταίροι. Εκτός αυτού είναι απόλυτα φυσιολογικό να υπάρξουν δυσλειτουργίες στο ξεκίνημα μιας νέας κυβέρνησης. Είμαστε όμως σε καλό δρόμο. – Φοβάστε μήπως η αποχώρηση του Οσκαρ Λαφοντέν θα μπορούσε να σημάνει μια νέα αρχή στη σχέση SPD και Αριστερού Κόμματος; – Οσο κι αν πολέμησα πολιτικά ως φιλελεύθερος τον Οσκαρ Λαφοντέν, τόσο θλίβομαι για τα αίτια της αποχώρησής του από την πολιτική σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Του εύχομαι κάθε καλό και προσωπικά και στα θέματα υγείας. Δεν θα ήθελα εδώ όμως να μιλήσω για πιθανές επιπτώσεις στην αντιπολίτευση από την αποχώρησή του. Μέλημά μου είναι να εφαρμόσω μια καλή πολιτική για τη Γερμανία με τον υπάρχοντα κυβερνητικό συνασπισμό. Και γι’ αυτό εργάζομαι. Δεν υπάρχει στρατιωτική λύση στο Αφγανιστάν – Εχετε δηλώσει ότι η Γερμανία το πρώτο εξάμηνο του 2011 θέλει να αρχίσει να παραδίδει σταδιακά μεμονωμένες περιοχές στο Βόρειο Αφγανιστάν στις τοπικές δυνάμεις ασφαλείας. Η κυβέρνησή σας θεωρεί δυνατή μια μείωση του υπάρχοντος δυναμικού των Ομοσπονδιακών Ενόπλων Δυνάμεων ήδη από τα τέλη του 2011. Στην απόφαση αυτή συνετέλεσε το λουτρό αίματος στην Κουντούζ; – Βρισκόμαστε στο Αφγανιστάν επειδή βοηθάμε τον κόσμο εκεί και επειδή είναι σημαντικό για την ασφάλειά μας στην Ευρώπη. Δεν θέλουμε όμως να μείνουμε αιώνια εκεί. Γι’ αυτόν τον λόγο θα ξεκινήσουμε από εφέτος να παραδίδουμε σταδιακά την ευθύνη για την ασφάλεια ορισμένων περιοχών στους ίδιους τους Αφγανούς. Από δε το 2011 θα μπορεί να μειωθεί και η παρουσία μας εκεί. Μέχρι το 2014 –πράγμα που αποτελεί και στόχο της αφγανικής κυβέρνησης– η ευθύνη για την ασφάλεια θα έχει περάσει πλήρως σε αφγανικά χέρια. Είναι εξάλλου σαφές: Μια στρατιωτική λύση για τα προβλήματα του Αφγανιστάν δεν μπορεί να υπάρξει. Λύση μπορεί να επιτευχθεί μόνο με τη βοήθεια μιας ολοκληρωμένης πολιτικής στρατηγικής: Ανοικοδόμηση, εκπαίδευση αστυνομικών, καλή διακυβέρνηση, μάχη εναντίον της διαφθοράς. Ολα αυτά υπογραμμίστηκαν με τρόπο κατηγορηματικό, τόσο από τη διεθνή κοινότητα, όσο και από την αφγανική κυβέρνηση κατά τη διάρκεια της σύσκεψης του Λονδίνου. Τώρα πρέπει να υλοποιήσουμε τις αποφάσεις του Λονδίνου με συνέπεια και ταχύτητα, ώστε ο λαός της χώρας αυτής να μπορέσει να δημιουργήσει με την υποστήριξή μας το μέλλον του. «Ανοιχτή» η ενταξιακή πορεία της Τουρκίας – Πρόσφατα υπήρξε διένεξη μεταξύ υμών και του CSU όσον αφορά την ένταξη της Τουρκίας. Τελικά είστε υπέρ ή κατά της ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε.; Υπάρχουν διαφορετικές απόψεις επ’ αυτού εντός του κυβερνητικού συνασπισμού; – Η θέση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης στο ζήτημα αυτό είναι σαφής και βρίσκεται καταγεγραμμένη και στη σύμβαση του κυβερνητικού συνασπισμού. Με την Τουρκία βρισκόμαστε σε διαπραγματεύσεις ένταξης. Γι’ αυτό υπάρχει δέσμευση της Ε.Ε. απέναντι στην Τουρκία από το 2005. Είναι μια διαδικασία με ανοιχτό αποτέλεσμα. Κανείς δεν μπορεί να πει σήμερα ποια θα είναι η απόφαση που θα πρέπει να ληφθεί στο τέλος της διαδικασίας. Δεν υπάρχουν εγγυήσεις ή αυτοματισμοί. Σίγουρο είναι όμως το εξής: Η Τουρκία είναι για μας ένας στρατηγικά σημαντικός εταίρος – στις σχέσεις μας με την Εγγύς και τη Μέση Ανατολή, σε θέματα διασφάλισης ενεργειακών πόρων αλλά και λόγω των ευρύτατων οικονομικών σχέσεων μεταξύ της Ε.Ε. και της Τουρκίας. Είμαστε αξιόπιστοι και τηρούμε τις συμφωνίες. Αυτό αποτελεί την καλύτερη κινητήρια δύναμη για διαρθρωτικές αλλαγές στην Τουρκία και είναι προς το συμφέρον όλων μας, η δύναμη αυτή να παραμείνει ισχυρή. Ποιος είναι ο Γκίντο Βέστερβελε O Γκίντο Βέστερβελε γεννήθηκε το 1961 στο Μπαντ Χόνεφ, στη Ρηνανία-Βεστφαλία. Σπούδασε νομικά στη Βόννη και εντάχθηκε στο FDP το 1980. Υπήρξε ηγετικό στέλεχος της νεολαίας του κόμματος, των Νέων Φιλελευθέρων και πρόεδρος της οργάνωσης από το 1983 ώς το 1989. Το 1994 τοποθετήθηκε γενικός γραμματέας του FDP. Υπέρμαχος της ελεύθερης οικονομίας, ανέλαβε πρωταγωνιστικό ρόλο στη σύνταξη του νέου καταστατικού του κόμματος. Το 1996 εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής στο Μπούντεσταγκ. Το 2001 διαδέχθηκε τον Βόλφγκανγκ Γκέρχαρντ στην προεδρία του κόμματος και έναν χρόνο αργότερα ανακηρύχθηκε υποψήφιος καγκελάριος για τις ομοσπονδιακές εκλογές του 2002. Η κίνηση αυτή από ένα κόμμα που ώς τότε δεν είχε ελπίδες να κυβερνήσει τη Γερμανία είχε κυρίως συμβολικό χαρακτήρα. Απηχούσε τη νέα αυτοπεποίθηση του FDP και την ετοιμότητά του να αντιμετωπίσει τα δύο μεγάλα κόμματα της χώρας, τους Σοσιαλδημοκράτες (SPD) και τους Χριστιανοδημοκράτες (CDU) επί ίσοις όροις. Τα επικοινωνιακά του τεχνάσματα, όπως η εμφάνισή του στο ριάλιτι σόου Big Brother και η διενέργειά της προεκλογικής εκστρατείας με το όχημα Guidomobile, δεν απέδωσαν θεαματικούς καρπούς: το ποσοστό του κόμματος αυξήθηκε ελαφρά, από 6,8% σε 7,4%. Παρ’ όλα αυτά επενεξελέγη το 2003 ηγέτης του FDP. Στις ομοσπονδιακές εκλογές του 2005 αρνήθηκε να παράσχει χείρα βοηθείας στον Γκέρχαρντ Σρέντερ που είχε ανάγκη τη σύμπραξη με το FDP για να σχηματίσει βιώσιμη κυβέρνηση. Προτίμησε να παραμείνει στην αντιπολίτευση και να αφήσει τα δύο παραδοσιακά κόμματα της Γερμανίας να σχηματίσουν «μεγάλο συνασπισμό» υπό την Αγκελα Μέρκελ. Η στρατηγική αποδείχθηκε αποτελεσματική και το 2009 το κόμμα του εξασφάλισε το μεγαλύτερο ποσοστό στην ιστορία του.
|