|
«Με πιο ελεύθερο εμπόριο περισσότερο ρύζι στη Γη»
Του Tyler Cowen * / The New York Times
Η άνοδος στις τιμές των ειδών διατροφής οδηγεί στην πείνα εκατομμύρια ανθρώπους αλλά επιφέρει ταυτόχρονα και πολιτική αστάθεια, όπως έγινε αντιληπτό στην Αϊτή, την Αίγυπτο και την Ακτή του Ελεφαντοστού. Το πραγματικό ερώτημα είναι γιατί δεν έχει υπάρξει μια ομαλότερη διόρθωση τιμών. Το μεγάλο πρόβλημα οφείλεται, εκτός από το ενεργειακό κόστος και τις άσχημες καιρικές συνθήκες, στην έλλειψη εμπορικών σχέσεων μεταξύ των κρατών στα βασικά είδη διατροφής. Η ζημιά που προκαλούν τα εμπόδια στο ελεύθερο εμπόριο είναι περισσότερο εμφανής στην περίπτωση του ρυζιού. Αν και είναι το βασικό είδος διατροφής για το ήμισυ του παγκόσμιου πληθυσμού, εμπίπτει σε αυστηρό προστατευτισμό και έλεγχο. Μόλις το 5% - 7% της παγκόσμιας παραγωγής ρυζιού εμπορεύεται ελεύθερα, ποσοστό παράξενα χαμηλό για ένα αγροτικό προϊόν. Οταν λοιπόν η τιμή αυξάνεται σε μια ιδιαίτερα τεμαχισμένη αγορά όπως αυτή -σε πολλά είδη ρυζιού η τιμή έχει διπλασιαστεί σε σχέση με πέρυσι- αυτό σημαίνει πως το εμπόριο ρυζιού δεν κατευθύνεται προς τα μέρη με τη μεγαλύτερη ζήτηση. Το μεγάλο πρόβλημα δεν οφείλεται στη φτωχή απόδοση των καλλιεργειών. Ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ εκτιμά πως η παγκόσμια παραγωγή ρυζιού αυξήθηκε κατά 1% πέρυσι, ενώ φέτος αναμένεται να αυξηθεί κατά 1,8%. Αυτά τα νούμερα δεν είναι εντυπωσιακά, αλλά δεν θα έπρεπε και να οδηγούν στην πείνα αρκετούς πληθυσμούς. Ομως, την επόμενη χρονιά το διεθνές εμπόριο ρυζιού αναμένεται να σημειώσει πτώση κατά 3% ή και παραπάνω, σε μια περίοδο που θα έπρεπε να συμβαίνει το αντίθετο. Η πτώση αποδίδεται κυρίως στις νέες απαγορεύσεις στις εξαγωγές ρυζιού από χώρες που επιδίδονται στην παραγωγή του, όπως η Ινδία, η Ινδονησία, η Κίνα, η Καμπότζη και η Αίγυπτος. Οι απαγορεύσεις μπορούν να οδηγήσουν σε μόνιμες ελλείψεις και υπερβολικά υψηλές τιμές. Οι χώρες αντιμετωπίζουν το εμπόριο ρυζιού ως ένα παίγνιο μηδενικού ή αρνητικού αθροίσματος. Αυτό μετά βίας αποτελεί πρόοδο σε μια διαρκώς αναπτυσσόμενη παγκόσμια οικονομία. Η απουσία στηριγμάτων υπέρ του παγκόσμιου εμπορίου αντανακλά μια ευρύτερα ενοχλητική τάση. Ενα διαρκώς αυξανόμενο ποσοστό της παγκόσμιας παραγωγής -συμπεριλαμβανομένης και της αγροτικής- προέρχεται από τις φτωχές χώρες. Αυτό είναι καλό, τόσο για τις πλούσιες χώρες που μπορούν να επικεντρωθούν στην παραγωγή άλλων αγαθών και υπηρεσιών όσο και για τις φτωχές αφού παράγουν περισσότερο πλούτο. Μειώνει, ωστόσο, τον ρυθμό προσαρμογής απέναντι στις μεταβαλλόμενες παγκόσμιες συνθήκες. Για παράδειγμα, αν η ζήτηση ρυζιού αυξηθεί, οι Βιετναμέζοι αγρότες -που αντιμετωπίζουν προβλήματα από τους παραδοσιακούς κανονισμούς του κομμουνιστικού συστήματος- δεν μπορούν να ανταποκριθούν γρήγορα. Δεν έχουν καν απόλυτη ελευθερία στο εμπόριο ρυζιού μέσα στην ίδια τους τη χώρα. Επίσης, τα φτωχότερα κράτη ρέπουν περισσότερο προς τον προστατευτισμό. Ακόμα χειρότερα, σχεδόν το 50% της παγκόσμιας παραγωγής ρυζιού ελέγχεται από πολιτικοποιημένα συμβούλια εμπορίου. Η πραγματικότητα είναι πως πολλά από τα σημερινά ελλείμματα που εμφανίζονται σε εμπορεύματα, συμπεριλαμβανομένου και του πετρελαίου, οφείλονται στο γεγονός πως όλο και μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής λαμβάνει χώρα σε σχετικά ανεπαρκείς και αδιάλλακτες χώρες. Φυσικά και οι πλούσιες χώρες έχουν μερίδιο ευθύνης. Η Ιαπωνία, η Ταϊβάν και η Νότια Κορέα επιδοτούν τους καλλιεργητές ρυζιού. Ακόμα και χώρες όπως η Ισπανία και η Ιταλία καλλιεργούν ρύζι με τη βοήθεια επιδοτήσεων και προστατευτισμού από την Ευρωπαϊκή Ενωση, ενώ και οι ΗΠΑ δαπανούν δισεκατομμύρια δολάρια στην επιδότηση των δικών τους καλλιεργητών ρυζιού. Η χαμηλού κόστους παραγωγή ρυζιού σε χώρες όπως η Ταϊλάνδη δεν μπορεί να ανταποκριθεί στη συνεχώς αυξανόμενη παγκόσμια ζήτηση, όπως θα συνέβαινε σε μια πιο ελεύθερη αγορά. Οταν υπάρχει ανάγκη για περισσότερο ρύζι, η ποσότητα είναι περιορισμένη και δεν είναι άμεσα διαθέσιμη, ενώ το ρύζι από τις πλούσιες χώρες (το οποίο προστατεύεται) είναι πολύ ακριβό ώστε να καταπολεμηθεί η πείνα στα πολύ φτωχά κράτη. Τελευταία έχει γίνει της μόδας να λέγεται πως σε αυτήν την περίοδο αναταραχής στις παγκόσμιες αγορές τα διδάγματα του Μίλτον Φρίντμαν ανήκουν στο παρελθόν. Η πικρή αλήθεια είναι πως όσον αφορά την παραγωγή τροφίμων -τη σημαντικότερη κατά γενική ομολογία ανθρώπινη δραστηριότητα- οι ιδέες του Φρίντμαν περί ελεύθερου εμπορίου δεν έχουν καν δει το φως της ημέρας. * Ο συγγραφέας είναι καθηγητής οικονομικών στο George Mason University.
ΣXETIKA ΘEMATA
|