|
Μέρκελ, η «χαμένη ηγέτιδα» της Γερμανίας
Εγκατέλειψε τα τολμηρά μεταρρυθμιστικά της σχέδια, υπό τη λαϊκή πίεση, για μια «εφικτή πολιτική»
Μια «χαμένη ηγέτιδα»! Μια καγκελάριος, η οποία κάποτε χαιρετίσθηκε ως η Μάργκαρετ Θάτσερ της Γερμανίας, αλλά σήμερα κυβερνάται από τη λαϊκή κρίση, ξεχνάει -μπροστά στις αξιώσεις της κοινής γνώμης- τα μεγαλεπήβολα μεταρρυθμιστικά της σχέδια, απαρνείται την «καλή πολιτική» για να εφαρμόσει την «εφικτή πολιτική». Αυτή είναι η Αγκελα Μέρκελ, σύμφωνα με ειδικό αφιέρωμα του περιοδικού Newsweek, αποτελούμενο από αναλύσεις επιφανών δημοσιογράφων και πολιτικών, περιλαμβανομένου του πρώην υπουργού Εξωτερικών, Γιόσκα Φίσερ. Κυρίαρχο ερώτημα στις πέντε αναλύσεις που φιλοξενεί το περιοδικό είναι «τι της συνέβη;». Η «άλλοτε τολμηρή» Αγκελα Μέρκελ «είχε υποσχεθεί να σώσει τη Γερμανία από τη νάρκη της». Τι τη σταμάτησε; «Κατέγραψε επιτεύγματα στο εξωτερικό», αλλά οι μεγαλύτερες προκλήσεις προήλθαν από το εσωτερικό, παρατηρεί ο Ουίλιαμ Ντρόζντιακ, ανταποκριτής της Ουάσιγκτον Ποστ και πρόεδρος του Αμερικανικού Συμβουλίου για τη Γερμανία. «Κατάφερε να βελτιώσει τις σχέσεις με τις ΗΠΑ και με τον ιδιαίτερα αντιπαθή πρόεδρό τους, αλλά παράλληλα κέρδισε τον σεβασμό, επικρίνοντας τον Μπους για θέματα όπως η αλλαγή του κλίματος και η κράτηση υπόπτων στη βάση του Γκουαντάναμο», υπογραμμίζει ο ίδιος. Η κ. Μέρκελ, «κέρδισε μεν υψηλά ποσοστά υποστήριξης χάρη στην εξωτερική πολιτική, αλλά καθώς η οικονομική ανάπτυξη επιβραδύνεται και τα αιτήματα των εργατών για αυξήσεις μισθών εντείνονται, οι πολιτικές πιέσεις ωθούν τον συνασπισμό της να οπισθοχωρήσει στο θέμα των περικοπών των συνταξιοδοτικών προνομίων και στα άλλα μέτρα λιτότητας που κατέστησαν εφικτή την τελευταία ανάκαμψη». Εμπόδια από τους Σοσιαλδημοκράτες «Ελάχιστα επέτυχαν», σύμφωνα με τον κ. Ντρόζνιακ, «οι προσπάθειές της κ. Μέρκελ να σπάσει το ασφυκτικό κράτος προνοίας της Γερμανίας, καλώντας τους συμπατριώτες της να επιδείξουν μεγαλύτερο επιχειρηματικό ζήλο στη διαμόρφωση της ίδιας τους της μοίρας». Οι προσπάθειές της εμποδίζονται και από τους Σοσιαλδημοκράτες εταίρους της στον κυβερνητικό συνασπισμό, καταλήγει το άρθρο, υπογραμμίζοντας ότι η καγκελάριος θα προτιμούσε σαφώς να συνεργαστεί με τους Ελεύθερους Δημοκράτες. Η κ. Μέρκελ διεξήγαγε την προεκλογική της εκστρατεία με βάση ένα φιλελεύθερο οικονομικό πρόγραμμα, θυμίζει στο δικό του άρθρο ο Γιόσκα Φίσερ. «Οι ψηφοφόροι όμως δεν εντυπωσιάστηκαν, αναγκάζοντάς την να σχηματίσει έναν Μεγάλο Συνασπισμό με τους κεντροαριστερούς Σοσιαλδημοκράτες»... «Τι συμβαίνει τώρα, ύστερα από δύο χρόνια διακυβέρνησης; Είναι πράγματι μεταρρυθμίστρια όπως έλεγε; Οχι. Αντί να κάνει τα τολμηρά βήματα που υποσχέθηκε, απέδειξε ότι φοβάται το ρίσκο και καθοδηγείται από το λαϊκό αίσθημα»... Στο εσωτερικό, κατά τις επισημάνσεις του κ. Φίσερ «οι μεταρρυθμίσεις της κυβέρνησης Σρέντερ έθεσαν την οικονομία σε τροχιά, αλλά τα επιτεύγματα της Μέρκελ ήταν λίγα: η κυβέρνηση αύξησε το φόρο προστιθέμενης αξίας από το 16 στο 19%, αυξησε το όριο συνταξιοδότησης από τα 65 στα 67 χρόνια και προχώρησε σε μια μεταρρύθμιση του συστήματος περίθαλψης που δεν δύναται να αντιμετωπίσει την πρόκληση της γήρανσης του πληθυσμού. Γιατί; Γιατί η Μέρκελ κατανόησε τελικά την ετυμηγορία του πληθυσμού: ξεχάστε τη ριζοσπαστική οικονομική μεταρρύθμιση». Δεν έπεισε τους ψηφοφόρους «Το πνεύμα της αγωνίστριας υποχώρησε, αφού οι ψηφοφόροι αρνήθηκαν να της δώσουν μια μεγάλη νίκη», συμφωνεί ο συγγραφέας Ούγκο Μίλερ Βογκ, αρθρογράφος της Μπιλντ. «Ο ύμνος της Γερμανίδας καγκελαρίου είναι ένα καταπραϋντικό νανούρισμα», συμπληρώνει ο τίτλος του άρθρου ενός άλλου αναλυτή, του Γιόζεφ Γιόφε, στελέχους του περιοδικού Die Zeit. Ιδιαίτερα καυστικός ο κ. Γιόφε γράφει: «Παρότι άλλοτε χαιρετίσθηκε ως η γερμανική εκδοχή του Ρόναλντ Ρέιγκαν και της Μάργκαρετ Θάτσερ, καθώς εξυμνούσε την ελεύθερη αγορά και την οικονομική αυτάρκεια, η κ. Μέρκελ στράφηκε αιφνιδίως προς τα αριστερά. Τώρα είναι η Mrs Feelgood (κυρία Ανακούφιση), της οποίας ο ύμνος δεν είναι το αναμενόμενο ξεσηκωτικό άσμα της μεταρρύθμισης αλλά ένα ηρεμιστικό νανούρισμα».
|