|
Δημογραφικές βόμβες φοβίζουν την Αμερική
Μετά τα κράτη-ταραξίες και την ισλαμική τρομοκρατία, η νέα απειλή εντοπίζεται στη ζούγκλα των παραγκουπόλεων
Tου Πετρου Παπακωνσταντινου
Καθώς η Αμερική πασχίζει να επανακαθορίσει τον ρόλο της στη διεθνή σκηνή μετά το τέλος της εποχής Μπους, η εφ' όλης της ύλης τοποθέτηση του διευθυντή της CIA, Μάικλ Χέιντεν, στις 30 Απριλίου, αποκτούσε ιδιαίτερη σημασία, πολύ μεγαλύτερη από την πενιχρή δημοσιογραφική προβολή που της έτυχε. Κι όμως, ο 63χρονος πτέραρχος εκφώνησε, από το βήμα του Πανεπιστημίου του Κάνσας, μια ομιλία που δεν θα μπορούσε να κατηγορηθεί για έλλειψη πρωτοτυπίας. Στην πρώτη γραμμή των απειλών εθνικής ασφαλείας που θα αντιμετωπίσει η Αμερική τις επόμενες δεκαετίες, δεν βρέθηκε ούτε η Αλ Κάιντα ούτε η Κίνα, αλλά ένας μάλλον απροσδόκητος υποψήφιος: η δημογραφική έκρηξη του «Τέταρτου Κόσμου», των μεγα-πόλεων της φτώχειας και της εξαθλίωσης. Στη γλώσσα του Αμερικανού αξιωματούχου: «Αυξανόμενοι αστικοί πληθυσμοί και μια παγκόσμια μεταναστευτική παλίρροια θα θέσουν νέες προκλήσεις ασφαλείας ενώπιον των Ηνωμένων Πολιτειών, δημιουργώντας πίεση στα φυσικά αποθέματα του πλανήτη και τροφοδοτώντας τον πολιτικό εξτρεμισμό και τις αστικές ταραχές σε διάφορες περιοχές του πλανήτη». Η τοποθέτηση του Χέιντεν αποτελεί μια νέα λύση σε ένα παλιό πρόβλημα: της επιλογής του εχθρού, που θα προσφέρει ιδεολογική νομιμοποίηση της Αμερικής, ως ηγέτιδας δύναμης σε μια κοινή υπόθεση, για κοινά συμφέροντα. Στην περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, η λύση ήταν αυτονόητη: ο εχθρός ήταν ο κομμουνισμός και η κοινή υπόθεση η ελευθερία. Με τη διάλυση του ανατολικού μπλοκ, ο Τζορτζ Μπους ο πρεσβύτερος αναζήτησε ένα πρόχειρο υποκατάστατο. Το βρήκε στα λεγόμενα «κράτη-ταραξίες», που απειλούσαν να αποσταθεροποιήσουν τη Νέα Παγκόσμια Τάξη. Η αιματηρή εισβολή στον Παναμά εναντίον του απείθαρχου, πρώην πράκτορα της CIA Νοριέγκα και ο πρώτος πόλεμος εναντίον του Ιράκ μετά την εισβολή του Σαντάμ στο Κουβέιτ σημάδεψαν το πέρασμα από τη θεωρία στην πράξη. Ο διάδοχος του πατρός Μπους, Μπιλ Κλίντον, χρησιμοποίησε τη συνταγή του προκατόχου του όταν το έκρινε αναγκαίο, στους δύο πολέμους εναντίον της Γιουγκοσλαβίας. Ωστόσο, έριξε το βάρος του στην απόπειρα για μια κοπερνίκεια επανάσταση στην εξωτερική πολιτική, όχι μόνο της Αμερικής, αλλά των υπερδυνάμεων εν γένει: την υπέρβαση ή τουλάχιστον την υποβάθμιση της γεωστρατηγικής υπό το πρίσμα της νέας Μεγάλης Ιδέας, της παγκοσμιοποίησης. Ο Κλίντον έβλεπε την παγκοσμιοποίηση αναπόδραστη σαν φυσικό φαινόμενο, μια οικουμενική παλίρροια που θα σηκώσει όλες τις βάρκες, μικρές και μεγάλες: «Η παγκοσμιοποίηση δεν είναι κάτι που μπορούμε να αποφύγουμε ή να σταματήσουμε», δήλωσε τον Νοέμβριο του 2000. «Είναι το οικονομικό ισοδύναμο μιας δύναμης της φύσης - όπως είναι ο αέρας και το νερό». Μια θεολογία του παρόντος, που αναγορεύει το υπάρχον στον καλύτερο των δυνατών κόσμων, όπου οι εθνικοί ανταγωνισμοί είναι πλέον παρωχημένοι και η Αμερική δεν αποτελεί παρά την πρώτη μεταξύ ίσων. Επρόκειτο, κατά κάποιο τρόπο, για μια αναβίωση του κλασικού φιλελευθερισμού της Βρετανίας από τον διάδοχό της στην παγκόσμια ηγεμονία. Αυτή η ειδυλλιακή εικόνα θρυμματίστηκε την 11η Σεπτεμβρίου 2001. Η απάντηση του Τζορτζ Μπους του νεώτερου ήταν η απότομη στροφή από τη φιλοσοφία της παγκοσμιοποίησης στη λογική της μονομερούς αυτοκρατορίας, η οποία επιχειρήθηκε να νομιμοποιηθεί στο όνομα της κοινής απειλής, της ισλαμικής τρομοκρατίας. Οτι η στρατηγική αυτή απέτυχε παταγωδώς, ελάχιστοι πλέον αμφισβητούν. Επειτα από όλα αυτά, η οπτική του Χέιντεν εμφανίζεται ως επιστροφή στο παράδειγμα της παγκοσμιοποίησης, αλλά κάτω από ένα καινούργιο, δυσοίωνο πρίσμα. Τηρουμένων των αναλογιών, ο Χέιντεν δίνει την απαισιόδοξη εκδοχή στο αγαπημένο θέμα του Κλίντον, όπως η δημογραφική θεωρία του Τόμας Μάλθους, στις αρχές του 19ου αιώνα, ήταν η παραμορφωμένη, απαισιόδοξη εκδοχή του κλασικού, βρετανικού φιλελευθερισμού. Απέναντι στους νέους βάρβαρους, η Αμερική προβάλλει ως ο προμαχώνας της «παγκόσμιας Ρώμης», του συνόλου των βιομηχανικά αναπτυγμένων χωρών, που απειλούνται από βιβλικά μεταναστευτικά κύματα και εκτεταμένες αστικές ταραχές- σαν κι αυτές που γνώρισε το Λος Αντζελες το 1992 και το Παρίσι το 2005.
  [+] ΓPAΦHMA
ΣXETIKA ΘEMATA
|