|
Πόσες αλήθειες χωράνε σε ένα ψέμα;
Του Λουκα Τσουκαλη*
Οταν η κοινωνία σπάει σε μικρά κομμάτια, ασύνδετα μεταξύ τους, και το καθένα από αυτά κραδαίνει σαν λάβαρο τις δικές του μικρές και αδιαπραγμάτευτες αλήθειες, συνθετικές προτάσεις που επιχειρούν να δώσουν ενιαία μορφή και σχήμα στα αταίριαστα κομμάτια του παζλ έχουν μικρές πιθανότητες επιτυχίας. Ολοι έχουν τη δική τους μικρή αλήθεια να υπερασπιστούν και το μέρος επικρατεί του όλου. Κάπως έτσι είναι η κατάσταση στο πανεπιστήμιο σήμερα, μικρογραφία και αυτό της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας. Πολλοί διεκδικούν μεγαλύτερη αυτονομία για τα πανεπιστήμια σε ένα σύστημα όπου ο ρόλος του κράτους είναι κυρίαρχος. Ως νομοθέτες και αποκλειστικοί χρηματοδότες, με σημαντικά περιθώρια διακριτικής ευχέρειας, οι εκάστοτε υπουργοί, μαζί με μια πολύ μέτρια γραφειοκρατία, ασκούν εξουσία με πελατειακά συνήθως κριτήρια, λίγη οργάνωση και ακόμη λιγότερο προγραμματισμό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι περισσότερες αποφάσεις για τη δημιουργία νέων τμημάτων και πανεπιστημίων. Με σύνθημα «κάθε πόλη και πανεπιστήμιο, κάθε χωριό και τμήμα», οι πολιτικοί μας, με λίγες εξαιρέσεις, ενδίδουν σε μια ομολογουμένως ισχυρή κοινωνική πίεση για αύξηση των θέσεων στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, αφήνοντας στους επόμενους να χειρισθούν το πρόβλημα που θα προκύψει με τους πτυχιούχους άνεργους. Η μαζικότητα χρειάζεται μεγάλη προίκα για να παντρευτεί με την ποιότητα. Ποιος θα πληρώσει; Στο ερώτημα αυτό, οι πιο πολλοί δημαγωγούν ασυστόλως, πιθανότατα διότι πιστεύουν ότι τέτοια θέλει να ακούει ο κόσμος, ή απλώς διότι δεν έκαναν τον κόπο να πληροφορηθούν πώς λειτουργούν τα πανεπιστήμια σε άλλες, πλέον ευνομούμενες χώρες. Κόμματα που χρησιμοποιούν τους φοιτητές ως ομάδες κρούσης στις όποιες εκδηλώσεις μαζικότητας και ως χειροκροτητές στα συνέδρια. Δεν είναι αλήθεια θλιβερή η εικόνα των νέων που ειδικεύονται στην εκφορά συνθημάτων, ή που χρησιμοποιούνται ως γλάστρες στις αρχηγικές ομιλίες; Αλλά κάτι έχουν καταλάβει τα παιδιά: όλα αυτά αποτελούν απαραίτητες προϋποθέσεις για την κομματική ανέλιξη, όπως άλλωστε αποδεικνύει και η παρουσία τόσων και τόσων μελών του κοινοβουλίου μας. Μπορεί να μην έμαθαν γράμματα, αλλά επιτυχημένοι φοιτητοπατέρες υπήρξαν σίγουρα αρκετοί στο παρελθόν. Τα κόμματα ασκούν εξουσία στα πανεπιστήμια κυρίως γιατί οι θεσμοί είναι αδύναμοι και η πανεπιστημιακή αυτονομία ουσιαστικά ανύπαρκτη. Σίγουρα εμπλέκονται άμεσα και πολλοί πανεπιστημιακοί, είτε γιατί έχουν καταλάβει οι ίδιοι ότι η κομματική στήριξη είναι εξαιρετικά χρήσιμη, αν όχι απαραίτητη, για να πας μπροστά σε αυτόν τον τόπο, είτε γιατί οι φιλοδοξίες τους ξεπερνούν τα όρια ενός πανεπιστημίου που ίσως δεν έχει πολλά να προσφέρει το ίδιο, με τη μορφή επιστημονικής καταξίωσης ή και υλικών απολαβών. Σε ένα σύστημα με μικρή αυτονομία, βαριές διαδικασίες και εξαιρετικά εύπλαστους κώδικες δεοντολογίας, ελλιπή κίνητρα και ανύπαρκτες κυρώσεις που οδηγούν συχνά στην ανομία, για ποια χρηστή διοίκηση να μιλήσουμε; Ολοι σχεδόν παραπονιούνται, αλλά για διαφορετικούς λόγους. Πολλοί προσπαθούν να επιβιώσουν με ελάχιστη προσπάθεια, ή αναζητώντας διεξόδους εκτός του πανεπιστημίου. Οάσεις ποιότητας βεβαίως υπάρχουν. Τα ανοικτά σύνορα και η Ευρώπη βοηθάνε πολύ. Οι άριστοι συνήθως προτιμούν να μην ασχολούνται με τη διοίκηση και τα κοινά, ακόμη λιγότερο με τα συνδικαλιστικά. Τα βιογραφικά εκείνων που ασχολούνται δεν δημιουργούν συχνά μεγάλη αισιοδοξία, ούτε και προτρέπουν τους υπόλοιπους να συμμετάσχουν ενεργά. Φαύλος κύκλος αέναος. Και όταν τολμούν μερικοί να προτείνουν περισσότερη αυτονομία, σε συνδυασμό με υγιή ανταγωνισμό και ουσιαστική αξιολόγηση του έργου που παράγουν τα δημόσια πανεπιστήμια (πράγματα αυτονόητα στις περισσότερες προηγμένες χώρες), οι δυνάμεις της συντήρησης, που συνήθως αυτοαποκαλούνται αριστερές, ξεθάβουν τα σκιάχτρα της ιδιωτικοποίησης και της αγοραίας παιδείας. Προσχηματικός ο λόγος, άγνοια συχνά μαζί με ιδεολογικό παλαιοημερολογητισμό, αλλά και πολύ βαθιά η έλλειψη εμπιστοσύνης για τα κίνητρα των άλλων, καθώς και για την ικανότητα νέων θεσμών να ξεφύγουν από τη λογική των κολλητών και των κουμπάρων. Και τα παιδιά που πέρασαν από τις μυλόπετρες της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, φορτωμένα στις πλάτες τους το άγχος για την απόκτηση πτυχίου, γρήγορα ανακαλύπτουν τις αδυναμίες μιας μαζικής και συχνά όχι ποιοτικής παιδείας, ενώ συνάμα συνειδητοποιούν ότι οι επαγγελματικές προοπτικές τους είναι μάλλον γκρίζες. Μια οικονομία που δεν δείχνει να χρειάζεται τόσους και τέτοιους απόφοιτους, μια αγορά εργασίας που λειτουργεί εις βάρος των νεοεισερχομένων και αυτών που είναι απέξω, ακόμη περισσότερο αν δεν διαθέτουν τα μέσα και τις προσβάσεις των ολίγων. Και κυρίως μια βαθιά κρίση αξιών διάχυτη στην κοινωνία. Λίγα παιδιά σπουδάζουν σοβαρά και μορφώνονται. Αυτά δεν χάνονται και συχνά εξάγονται. Τα πιο πολλά επιδιώκουν την απόκτηση πτυχίου με κάθε μέσο και λίγη προσπάθεια. Το ελληνικό πανεπιστήμιο παράγει μεγάλο αριθμό αμόρφωτων πτυχιούχων που συνήθως διεκδικούν επαγγελματική αποκατάσταση στο Δημόσιο. Μια μειοψηφία συνδικαλίζεται και μια, πολύ μικρότερη, αμφισβητεί ηχηρά το σύστημα, ή και εκτονώνεται με πράξεις βίας. Η ανομία γίνεται ανεκτή εδώ και χρόνια. Συνεχώς διευρύνεται με πιο βίαιες μορφές. Πολλές μικρές αλήθειες που φτιάχνουν ένα μεγάλο ψέμα. Και το ψέμα αυτό δεν περιορίζεται στον χώρο των πανεπιστημίων. Μερικοί πολιτευτάδες επιχειρούν να κερδίσουν εφήμερο πολιτικό κέρδος, δίχως να νοιάζονται για το τι θα γίνει αύριο. Αλλοι, απορροφημένοι με τον εαυτό τους ή τη νομή της εξουσίας, δεν ακούν την υπόγεια βοή μιας κοινωνίας σε αδιέξοδο. Η απάθεια και η οργή λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία. Mπορεί κάποτε η οργή να ξεχειλίσει... * Ο κ. Λουκάς Τσούκαλης είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και πρόεδρος του ΕΛΙΑΜΕΠ. tsoukalis@eliamep.gr
|