|
Οι πυροπαθείς που έγιναν πλημμυροπαθείς
Ενα οδοιπορικό στο χωριό Τουρκολέκα της Αρκαδίας συμπυκνώνει την αγωνία για τον χειμώνα μετά το πιο σκληρό καλοκαίρι
Της Μαριλης Μαργωμενου
Οσο σκαρφαλώνεις το βουνό για ν' ανέβεις στο χωριό Τουρκολέκα, στην Αρκαδία, το μυαλό μπερδεύεται. Οι πλαγιές είναι ακόμη κατάμαυρες, ούτε σε μια στροφή δεν υπάρχει πράσινο, και αν έχεις ξανακάνει τη διαδρομή άλλες τρεις φορές το καλοκαίρι με τις πυρκαγιές, είναι δύσκολο να πιστέψεις πως αυτή τη φορά έρχεσαι εδώ γιατί συνέβη άλλη καταστροφή. Την άσφαλτο, που την έκαψε τον Αύγουστο η φωτιά, την παρέσυρε τώρα το νερό, κι έτσι ο δρόμος κόπηκε στα δυο. Μόνο με αυτοκίνητο που έχει τετρακίνηση περνάς, για να σε υποδεχθούν στο χωριό τρία καμένα αυτοκίνητα βουλιαγμένα στη λάσπη και κάτι τοίχοι που κάποτε ήταν σπίτια, αλλά δεν ξέρεις αν τους έριξε η φωτιά ή το νερό. Και μέσα σε όλα αυτά, η κυρία Ελένη να σου λέει: «Δεν καήκαμε τον Αύγουστο, δεν πνιγήκαμε χθες, αλλά θα ξαναβρέξει, και τότε να δω πού θα κρυφτούμε». Τα τριαντάφυλλα στον κήπο της επιπλέουν στη λάσπη σαν νούφαρα και η κουζίνα της μοιάζει πιο πολύ με στέρνα. Ο κ. Νίκος, από δίπλα, της χτυπάει τον ώμο παρηγορητικά: «Εγώ καθάρισα από σπίτι», λέει. «Παρασκευή το τελείωσα, Κυριακή μου κάηκε!». Τώρα μένει σε ένα από τα τέσσερα λυόμενα στην είσοδο του χωριού. Που θα πει πως σήμερα είναι η πρώτη μέρα έπειτα από πολύ καιρό που δεν τον κοιτάζει κανείς στο χωριό με οίκτο επειδή έμεινε χωρίς σπίτι. Μου φαίνεται περίεργο που στην πλατεία στέκει ο πιο κοντός φανοστάτης που έχω δει ποτέ - η λάμπα του είναι στο ύψος του κεφαλιού μου. Υστερα συνειδητοποιώ πως η κολόνα του χάνεται στη λάσπη και πως το κτίριο δίπλα μου δεν έχει είσοδο - αυτό που εξέχει είκοσι πόντους από το έδαφος είναι το μπαλκόνι του πρώτου ορόφου. Ολη η πιλοτή και το πάρκινγκ είναι κάτω από τη λάσπη, μαζί με την άλλη μισή κολόνα του φανοστάτη. «Ενάμιση μέτρο κάτω είναι η άσφαλτος», μου λέει ο παππάς του χωριού. Το ξέρει, γιατί και στο δικό του σπίτι εκεί έφθασε η στάθμη του νερού. «Βγήκα από το μπαλκόνι στα κεραμίδια για να μην πνιγώ», κάνει. «Και πήδησα δύο στέγες για να ξεφύγω από τον χείμαρρο». Κοιτάζω προς το βουνό: το χωριό Τουρκολέκα είναι στη μέση της καμένης πλαγιάς - όπως η Μάκιστος της Ηλείας. Εχει σαράντα σπίτια καμένα - όπως η Αρτέμιδα. Η μόνη διαφορά είναι πως εδώ έβρεχε οκτώ ώρες, ενώ στην Ηλεία μία. Που θα πει πως ό,τι συμβαίνει σήμερα στα Τουρκολέκα θα συμβεί και στα άλλα καμένα χωριά, αρκεί να βρέξει περισσότερο και εκεί. «Αυτή τη φορά δεν φοβήθηκα», κάνει η γυναίκα δίπλα μου. «Δεν γίνεται να φοβάσαι κάθε φορά». Γλίτωσε το σπίτι της με τη μάνικα τον Αύγουστο, για να το δει τώρα γεμάτο νερό. Κι εκείνη, όπως και όλοι οι άλλοι στο χωριό, δεν αναρωτιέται πότε θα έρθει κάποιος να βοηθήσει. «Μετά τις πυρκαγιές, ξέρω πως ποτέ δεν θα έρθει κανείς», λέει. Μου εξηγεί πως ο δήμος έχει ένα εκσκαφικό μηχάνημα χαλασμένο κάπου στην Τρίπολη και ένα φορτηγό που για κάποιο λόγο το έστειλε στην Εύβοια. Οσο για τη νομαρχία, στην πλατεία του χωριού μπορεί να έχουν φθάσει όλοι οι δημοσιογράφοι από τα κανάλια, αλλά δεν υπάρχει ούτε ένα δικό της γκρέιντερ. «Εμείς τους παίρνουμε τηλέφωνο κι αυτοί μας λένε πως δεν μπορούν να περάσουν τον δρόμο!», λέει ο κ. Νίκος. «Μάλλον τα 3.000 ευρώ που μας έδωσαν εννοούσαν πως πρέπει να τα χρησιμοποιήσουμε για αντιπλημμυρικά έργα!» συμπληρώνει χωρίς να γελάει, σαν να το εννοεί. Κι αν όσους δεν έχουν περάσει αυτά που έζησε εκείνος από το καλοκαίρι και μετά τους σοκάρει ο κυνισμός του, εκείνος μάλλον το διασκεδάζει. Αλλιώς δεν εξηγείται που στο «γεια σας και καλό κουράγιο», μου απαντά: «Εις το επανιδείν! Ελπίζω να σωθώ και την επόμενη φορά που θα βρέξει, για να τα ξαναπούμε άμα ξαναέρθετε»...
ΣXETIKA ΘEMATA
|