|
Επαμεινώνδας Κορκονέας: Εύφημο μνεία είχε πάρει ο «Ράμπο» των Εξαρχείων
Του Βασιλη Νεδου
Οδός Σόλωνος, Νοέμβριος 1999. Ενας αστυνομικός πυροβολεί αρκετές φορές στον αέρα για να καταφέρει να απεγκλωβιστεί από την πίεση ομάδας κουκουλοφόρων με μολότοφ που δεν τον αφήνουν να προχωρήσει. Λίγο παραπάνω ακούγονται επίσης σποραδικοί πυροβολισμοί στον αέρα. Πρόκειται για τη νύχτα επίσκεψης του τότε προέδρου των ΗΠΑ, Μπιλ Κλίντον. Ενας από τους κάθιδρους αστυνομικούς που μαζί με το συνοδηγό του έχουν μόλις καταφθάσει στο Αστυνομικό Τμήμα Εξαρχείων στην οδό Καλλιδρομίου λέει: «κάποια μέρα θα έχουμε νεκρό». Το συγκεκριμένο κλισέ βρήκε την τραγική επιβεβαίωσή του, εννέα χρόνια μετά, στο πρόσωπο ενός αθώου 15χρονου που βρέθηκε τυχαία στο δρόμο ενός ανθρώπου ακατάλληλου να οπλοφορεί. Ο αμετανόητος ειδικός φρουρός Επαμεινώνδας Κορκονέας, πατέρας τριών παιδιών σκότωσε τον ανυποψίαστο Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο. Σαν δυσμενής μετάθεση Ο 37χρονος ειδικός φρουρός από τη Μάνη υπηρετούσε σε ένα τμήμα, το οποίο κάθε αστυνομικός που έχει στοιχειώδη αντίληψη της πραγματικότητας θεωρεί το χειρότερο που μπορεί να του συμβεί. Την τριάδα των χειρότερων μεταθέσεων που μπορεί να πάρει ένας υπάλληλος της ΕΛΑΣ, απαρτίζουν τα Εξάρχεια, η Ομόνοια και η Κυψέλη. Το ΑΤ Εξαρχείων είναι βέβαια πρώτο με διαφορά. Σε μια όχι και τόσο ασυνήθιστη ημέρα ένας αστυνομικός που υπηρετεί εκεί μπορεί εκτός από τις βρισιές που ανταλλάσσει με τους... περαστικούς κουκουλοφόρους, να δεχθεί τον –επίσης καθημερινό– πετροβολισμό του και λιγότερο τακτικά βόμβες μολότοφ. Αστυνομικός της Αμεσης Δράσης, ο οποίος υπηρέτησε για σχεδόν 10 χρόνια στα Εξάρχεια, μιλάει στην «Κ» για τις εμπειρίες του. Ο 40χρονος αστυνομικός, ο οποίος έχει πλέον μετατεθεί σε επαρχιακή διεύθυνση της ΕΛΑΣ, λέει: «τα άτομα που συχνάζουν στα Εξάρχεια θέλουν ειδικό χειρισμό. Αν δεν είσαι ψύχραιμος δεν πρέπει να βρίσκεσαι εκεί». Και όπως συμβαίνει στο σύνολο της ελληνικής πραγματικότητας, έτσι και στην Αστυνομία το κύριο σύστημα κρίσης των μεταθέσεων είναι η αναξιοκρατία. «Είναι δυσμενής μετάθεση τα Εξάρχεια. Αν δεν έχεις ο ίδιος το απαραίτητο “μέσον”, τότε μένεις εκεί για πέντε και δέκα χρόνια. Αυτοί που μπορούν φεύγουν για τα “ευγενή” τμήματα και μένουν οι άλλοι να βγάλουν “το φίδι από την τρύπα”». Σύμφωνα δηλαδή με τον 40χρονο, ο αστυνομικός των Εξαρχείων εκτός από μια εξαιρετικά περίπλοκη επιχειρησιακή κατάσταση, έχει ν’ αντιμετωπίσει και το αίσθημα του αδικημένου, ο οποίος δεν έχει τις απαραίτητες πολιτικές «προσβάσεις». «Μια από τις συνήθεις πρακτικές εκείνων που εσείς οι δημοσιογράφοι ονομάζετε “γνωστούς - αγνώστους”, διότι σε εμάς είναι απολύτως γνωστοί, είναι η αποστολή εικονικών σημάτων. Οπως επιβάλλεται όταν υπάρχει ένα τέτοιο “σήμα”, ένα περιπολικό με δύο αστυνομικούς κατευθύνεται στο συνήθως απομονωμένο σημείο και δέχεται επίθεση από όλες τις πλευρές», λέει ο 40χρονος. Πριν από τέσσερα χρόνια είχε ανταποκριθεί ο ίδιος σε ένα τέτοιο σήμα και λίγο έλλειψε να καεί ζωντανός κοντά στο λόφο του Στρέφη. «Η Αμεση Δράση», λέει στην «Κ» ο αστυνομικός «προσπαθεί να βρει έμπειρα πληρώματα, για να γνωρίζουν πώς να αντιδράσουν ψύχραιμα σε τέτοιες περιπτώσεις. Εκείνο το βράδυ η εμπειρία με έσωσε». Μόλις έφτασε με το περιπολικό του στην περιοχή μια ομάδα κουκουλοφόρων πέταξαν μολότοφ στα λάστιχα. «Δεν ήταν κάτι ασυνήθιστο», λέει ψύχραιμα. «Οταν όμως άρχισα να νιώθω τα πόδια μου να ζεσταίνονται, καθώς οι φλόγες είχαν εξαπλωθεί σε όλο το όχημα, γύρισα το κεφάλι μου, τους κοίταξα και είπα “εντάξει παιδιά, κάνατε το κομμάτι σας, αφήστε μας να βγούμε”», λέει. Τότε αντιλήφθηκε με τρόμο ότι οι νεαροί κρατούσαν τις πόρτες κλειστές για να μην τους επιτρέψουν να βγουν. Ευτυχώς, τελικά τα κατάφεραν. Δεν είναι όμως μόνο τα εικονικά σήματα. Περιγράφει την καθημερινή σύγκρουση με τους λεγόμενους αντιεξουσιαστές: «Οπουδήποτε υπήρχε σκοπιά ήταν μπαρουτοκαπνισμένη. Η πρόκληση από τους άλλους είναι δεδομένη. Ολοι ανεξαιρέτως έχουν δεχθεί επιθέσεις με μολότοφ. Οι ειδικοί φρουροί, για τους οποίους γίνεται μεγάλη συζήτηση τις τελευταίες ημέρες, τις περισσότερες φορές μπορούσαν να ανταπεξέλθουν». Ο ίδιος αστυνομικός ήταν παρών στα επεισόδια της επίσκεψης Κλίντον, και λέει ότι οι πυροβολισμοί στον αέρα ήταν ένα γενικευμένο μέτρο εκφοβισμού των κουκουλοφόρων. «Κάθε φορά που ρίχναμε στον αέρα, είχαμε το φόβο ότι οι σφαίρες θα χτυπήσουν στα μπαλκόνια γύρω. Οι περιοχές αυτές είναι πυκνοκατοικημένες και δεν θέλει πολύ να γίνει το κακό», περιγράφει χαρακτηριστικά. Τους ξέρουν με τα μικρά Στην ερώτηση της «Κ» «ποιοι είναι αυτοί που καίνε τα Εξάρχεια», ο 40χρονος αστυνομικός απαντάει με δύο λέξεις: «Μικρά παιδιά». Και επεξηγεί: «Η πλειονότητά τους είναι παιδιά από 15, 16 μέχρι το πολύ 18. Οταν τους έβαζα στο περιπολικό για να τους προσάγω στην Ασφάλεια γίνονταν ξανά παιδιά που δεν είχαν καν σκεφτεί τι έκαναν. Υπάρχουν βέβαια και οι σκληροπυρηνικοί καθοδηγητές οι οποίοι είναι μεγαλύτερης ηλικίας, αλλά είναι ελάχιστοι». Οπως λέει «μέχρι και με τα μικρά ονόματα τους ξέρουμε. Ο Κώστας, ο Γιάννης, ο Ηλίας...». Ο 40χρονος αστυνομικός που μίλησε στην «Κ», οικογενειάρχης ο ίδιος, αποτελεί ένα παράδειγμα ψύχραιμου επαγγελματία, ο οποίος αντιμετώπισε σχεδόν 10 χρόνια καθημερινής πίεσης και έντασης με σύνεση και υπομονή. Δύο αρετές τις οποίες ο ειδικός φρουρός που δολοφόνησε εν ψυχρώ τον 15χρονο μαθητή από το Ψυχικό δεν διέθετε. Ο Κορκονέας ήταν ένας από τους χιλιάδες νέους που θεώρησε ότι με την είσοδό του στο Σώμα των Ειδικών Φρουρών της ΕΛΑΣ, ικανοποιούσε ταυτόχρονα δύο ανάγκες: τη βιοποριστική και εκείνη του «τσαμπουκά» που οπλοφορεί υπεράνω όλης της κοινωνίας. Γιος ενός μαραγκού από το Εξωχώριον της μεσσηνιακής Μάνης (της λεγόμενης και Εξω Μάνης), ο Κορκονέας έζησε τα μαθητικά χρόνια του στην Καλαμάτα. Το 1999 εισήλθε στο Σώμα των Ειδικών Φρουρών. Απρόβλεπτος χαρακτήρας Ο 37χρονος είχε μετατεθεί στο Αστυνομικό Τμήμα Εξαρχείων το 2001 και σύντομα απόκτησε το παρατσούκλι «Ράμπο». Οταν δεν είχε υπηρεσία, γυμναζόταν και είχε αναπτύξει στο μυαλό του μια κοσμοθεωρία πολύ κοντινή σε εκείνες του νυχτερινού τηλεμάρκετινγκ βιβλίων συνωμοσίας. Συνάδελφοί του, ειδικοί φρουροί, αναφέρουν ότι ο Κορκονέας ήταν από εκείνους που όχι απλά δεν απέφευγε, αλλά συχνά προσπαθούσε να μπλέξει σε καβγά στα καθημερινά τετ-α-τετ με τους λεγόμενους «γνωστούς - αγνώστους». Παρά τον απρόβλεπτο χαρακτήρα του, ο Κορκονέας είχε καταφέρει να λάβει μέχρι και εύφημο μνεία από την ηγεσία της Ελληνικής Αστυνομίας το καλοκαίρι του 2007 για την καταδίωξη και την υποδειγματική σύλληψη ενόπλου ληστή. Επίσης ήταν συχνά επιφορτισμένος με την «εκπαίδευση» νέων συναδέλφων του, οι οποίοι είχαν μόλις μετατεθεί στα Εξάρχεια.
ΣXETIKA ΘEMATA
|