|
Μπαίνουν εύκολα – φεύγουν δύσκολα
Η Ελλάδα δεν μπορεί να γίνει «αποθήκη» για τους παράνομους μετανάστες που έχουν προορισμό τις δυτικοευρωπαϊκές χώρες
Του Σταυρου Λυγερου
Η Ελλάδα έχει γίνει τον τελευταίο καιρό στόχος επικρίσεων από Ευρωπαίους, αφ' ενός, ότι δεν εξασφαλίζει καλές συνθήκες διαβίωσης στους μετανάστες που εισέρχονται παρανόμως στην επικράτειά της και, αφ' ετέρου, ότι παρέχει πολύ δύσκολα πολιτικό άσυλο. Και οι δύο επικρίσεις έχουν βάση, αλλά και μεγάλη δόση υποκρισίας. Η υποκρισία, άλλωστε, περισσεύει και στον σχετικό διάλογο. Αυτό φάνηκε και στο 3ο Παγκόσμιο Φόρουμ για τη Μετανάστευση και την Ανάπτυξη, που τις προηγούμενες ημέρες φιλοξένησε η Αττική. Tα κύματα των παράνομων μεταναστών που διεισδύουν από κάθε ρωγμή στις ευρωπαϊκές κοινωνίες προκαλούνται από τη μεγάλη διαφορά βιοτικού επιπέδου. Πρόκειται για τη μεταφορά στο κοινωνικό επίπεδο της αρχής των συγκοινωνούντων δοχείων. Εάν ο ανεπτυγμένος κόσμος δεν εφαρμόσει μια πολιτική μεταφοράς πόρων για την ανάπτυξη των χωρών προέλευσης, η αναχαίτιση της παράνομης μετανάστευσης θα καθίσταται ολοένα και περισσότερο σισύφειο έργο. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ακολουθούσαν για χρόνια πολιτική ημιμέτρων. Eνώ λαμβάνουν μέτρα εναντίον της παράνομης εισόδου, στην πράξη ανέχονταν όσους μετανάστες καταφέρουν τελικώς να εγκατασταθούν στην επικράτειά τους. H πολιτική αυτή τροφοδότησε το φαινόμενο. Η ανοχή δεν οφείλεται τόσο σε ανθρωπισμό, όσο στο γεγονός ότι οι παράνομοι μετανάστες λειτουργούν ως παράγοντας συμπίεσης του κόστους της εργασίας. Είναι ο πολλαπλασιασμός των παράνομων μεταναστών και η οικονομική κρίση, που υποχρέωσαν τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να λάβουν πρόσθετα μέτρα. Η Ελλάδα βρίσκεται σε πολύ χειρότερη μοίρα από τους εταίρους της. Στη δεκαετία 1990 δέχθηκε ένα μεγάλο κύμα από ανατολικοευρωπαϊκές χώρες. Τα τελευταία χρόνια, δέχεται συνεχώς μεγαλύτερες ροές παράνομων μεταναστών από τον μουσουλμανικό κόσμο (Ιράκ, Αφγανιστάν, Πακιστάν, Μπανγκλαντές, Παλαιστίνη και Σομαλία). Οι μουσουλμάνοι Οι Ανατολικοευρωπαίοι μετανάστες, που σε μεγάλο βαθμό έχουν πια νομιμοποιηθεί, λόγω πολιτισμικής ταυτότητας και τρόπου ζωής έχουν εισέλθει σε τροχιά κοινωνικής ενσωμάτωσης. Δεν συμβαίνει το ίδιο με τη μεγάλη πλειονότητα των μουσουλμάνων. Πρώτον, επειδή η πολιτισμική - θρησκευτική τους ταυτότητα δεν διευκολύνει την ενσωμάτωσή τους, όπως έχει αποδείξει και η πείρα με παλαιότερες μουσουλμανικές κοινότητες σε δυτικοευρωπαϊκές χώρες. Δεύτερον, επειδή ο αριθμός τους στην Ελλάδα είναι ήδη πολύ μεγάλος και ζουν σε ιδιότυπα γκέτο. Ο μεγάλος όγκος παράνομων μεταναστών διοχετεύεται στην Ελλάδα μέσω Τουρκίας. Η ροή τους δεν μπορεί να ανακοπεί. Στην πραγματικότητα, η παράνομη είσοδος στην Ελλάδα είναι πια μια ρουτίνα. Οι λιμενικοί τούς συλλαμβάνουν και μετά από λίγες ημέρες τους μεταφέρουν στην ηπειρωτική Ελλάδα, όπου αργότερα ουσιαστικά αφήνονται ελεύθεροι. Η συντριπτική πλειονότητα των παράνομων μεταναστών που έρχονται στην Ελλάδα έχουν τελικό προορισμό άλλες δυτικοευρωπαϊκές χώρες. Μόνο ένα μικρό ποσοστό τους, όμως, καταφέρνει να φύγει από τη χώρα μας. Εχει αποδειχθεί στην πράξη ότι είναι πιο εύκολη η παράνομη είσοδος από την παράνομη έξοδο. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα αντιμετωπίζεται σαν χώρα-τράνζιτ, αλλά καταλήγει να γίνεται προορισμός, με αποτέλεσμα να λιμνάζει εδώ ο κύριος όγκος των παράνομων μεταναστών, που έρχεται από Ασία και Αφρική. Ακόμα και όσοι καταφέρνουν να μεταβούν σε άλλες κοινοτικές χώρες, εάν συλληφθούν εκεί, η Ελλάδα είναι υποχρεωμένη να τους δεχθεί πίσω εάν έχουν υποβάλει αίτηση πολιτικού ασύλου. Σύμφωνα με τη συμφωνία «Δουβλίνο ΙΙ» (2003), την ευθύνη για κάθε παράνομο μετανάστη έχει η πρώτη χώρα εισόδου. Εκτός αυτού, το ποσοστό επαναπροώθησης είναι ασήμαντο, επειδή τα κράτη προέλευσης κατά κανόνα δεν συνεργάζονται για να τους δεχθούν πίσω. Το ίδιο και η Τουρκία, παρ' ότι έχει υπογράψει σχετικό πρωτόκολλο. Αυτή είναι η κατάσταση. Οι Αρχές δεν γνωρίζουν τον ακριβή αριθμό των παράνομων μεταναστών. Κατά γενική ομολογία είναι πολύ μεγαλύτερος απ' όσο μπορεί να αντέξει η χώρα. Η διαρκής συσσώρευση παράνομων μεταναστών, που εκ των πραγμάτων αδυνατούν να βρουν εργασία κι όποτε βρίσκουν είναι «μαύρη» και κακοπληρωμένη, λειτουργεί σαν θερμοκήπιο για την ανομία και την ασυδοσία. Το Τμήμα Αλλοδαπών δεν είναι σε θέση να ασκήσει στοιχειώδη έλεγχο. Ουσιαστικά λειτουργεί ως γραφειοκρατικός μηχανισμός διεκπεραίωσης. Τα κέντρα υποδοχής Οπως αναφέραμε στην αρχή, ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και μη κυβερνητικές οργανώσεις κατηγορούν την Ελλάδα για τις συνθήκες διαβίωσης των παράνομων μεταναστών. Οι συνθήκες στα κέντρα υποδοχής είναι πράγματι συχνά άθλιες. Οσα κέντρα υποδοχής, όμως, κι αν φτιάξει το ελληνικό κράτος, θα κάνει μια τρύπα στο νερό. Η είσοδος είναι τόσο μεγάλη, που ακόμα και αν η κυβέρνηση διέθετε πολλαπλάσια κονδύλια, δεν θα μπορούσε να εξασφαλίσει ανθρώπινες συνθήκες παραμονής. Στην πραγματικότητα, για να λειτουργήσουν σωστά αυτά τα κέντρα, πρέπει οι παράνομοι μετανάστες μετά από λίγες ημέρες να αφήνονται ελεύθεροι. Δηλαδή, η Ελλάδα να μετατραπεί και επισήμως σε ξέφραγο αμπέλι και σε «αποθήκη» παράνομων μεταναστών. Η δεύτερη κριτική είναι ότι η Ελλάδα δίνει με το σταγονόμετρο πολιτικό άσυλο. Αυτό είναι αλήθεια, όπως αλήθεια είναι ότι μπορεί να απορριφθεί η αίτηση και όσων το δικαιούνται. Πώς, όμως, να βρεθούν οι πραγματικοί πολιτικοί πρόσφυγες, όταν ένα πολύ μεγάλο ποσοστό απ' όσους συλλαμβάνονται για παράνομη είσοδο υποβάλλει αίτηση για πολιτικό άσυλο; Η αίτηση υποβάλλεται, επειδή εάν δεν ολοκληρωθεί η διαδικασία εξέτασής της, δεν επιτρέπεται η απέλαση. Η συντριπτική πλειονότητα όσων υποβάλλουν αιτήσεις δεν έχουν ταυτότητα ή διαβατήρια. Κατά κανόνα αναφέρουν ως χώρα προέλευσης χώρα όπου υπάρχουν συγκρούσεις, προκειμένου να αποσπάσουν θετική απάντηση. Ακόμα και όσοι, όμως, προέρχονται από χώρες όπου υπάρχουν συγκρούσεις, στις περισσότερες περιπτώσεις είναι οικονομικοί και όχι πολιτικοί πρόσφυγες. Δεν διώκονται προσωπικά. Απλώς, η επιδείνωση των συνθηκών ζωής τους ήταν ένας πρόσθετος και σε σημαντικό ποσοστό αποφασιστικός λόγος για να αναζητήσουν μια καλύτερη τύχη. Η υποκρισία των Ευρωπαίων επικριτών συνίσταται στο γεγονός ότι ασκούν εκ του ασφαλούς κριτική και κάνουν υποδείξεις στη χώρα, η οποία πληρώνει βαρύ κοινωνικό κόστος για να συγκρατεί τη ροή των παράνομων μεταναστών προς τις δικές τους χώρες. Αντί να απολογείται, η Αθήνα πρέπει να καταγγείλει το «Δουβλίνο ΙΙ» και να απαιτήσει τη χάραξη ολοκληρωμένης κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής για την παράνομη μετανάστευση. Την επιθυμούν και οι άλλες χώρες-μέλη που δέχονται πίεση. Εκτός αυτού, όμως, δύσκολα οι υπόλοιποι εταίροι θα αρνηθούν, εάν ξέρουν ότι το πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο ευρωπαϊκός Νότος μπορεί εύκολα να μετακομίσει στον Βορρά.
ΣXETIKA ΘEMATA
|