|
Νοσοκομεία, 5 δισ. χρέη και απουσία αξιολόγησης
Γαληνη Φουρα
Η οικονομική δυσπραγία του δημόσιου τομέα προσλαμβάνει τραγικές διαστάσεις στα νοσοκομεία, στην καρδιά του ΕΣΥ. Λάθη και παραλείψεις του παρελθόντος, αλλά και η πολιτική των αφειδών υποσχέσεων της τελευταίας περιόδου προς τους γιατρούς και τους προμηθευτές, αποτυπώνεται στη λειτουργία των νοσοκομείων με επιπτώσεις στην υγεία των ασθενών. Τα χρέη των νοσοκομείων, ύψους πέντε και όχι δυόμισι δισ. ευρώ, όπως δηλώναμε στην Eurostat, αποτελούν έναν μεγάλο πονοκέφαλο για τον νέο υπουργό Εθνικής Οικονομίας. Το πρόβλημα είναι ότι πολλά νοσοκομεία και το ΕΚΑΒ όπως αποδείχθηκε με τις καταγγελίες των συνδικαλιστών της Θεσσαλονίκης, δεν είχαν αναλώσιμα ακόμη και ευτελούς αξίας, όπως γάζες και βελόνες ή μικρής αξίας ανταλλακτικά μηχανημάτων, πολύ πριν οι προμηθευτές σταματήσουν τη διάθεσή τους επί πιστώσει. Το σύστημα παραλύει, ενώ παρενέργειες προκαλεί και η αλλαγή του τρόπου προμηθειών μέσω της κεντρικής επιτροπής που συστάθηκε από το υπουργείο Υγείας και όχι από τα ίδια τα νοσηλευτικά ιδρύματα, όπως γινόταν μέχρι τώρα. Η σύσταση στα νοσοκομεία να μη διατηρούν στοκ πέραν των δεκαπέντε ημερών, είναι εμφανές ότι δεν συνάδει με ένα συγκεντρωτικό σύστημα και μάλιστα νέο, με το οποίο καταργείται κάθε ίχνος αυτοτέλειας των νοσοκομείων. Σύμφωνα με πληροφορίες, ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας δεν προτίθεται να εξοφλήσει υλικά που δεν περιγράφονται στο ΦΕΚ (εξωσυμβατικά), για τα οποία όμως υπάρχει υπογραφή γιατρών, διευθυντών κλινικών και διοικητών των νοσοκομείων. Οι εφημερίες Την ίδια στιγμή, αυξάνεται η αγωνία για τις εφημερίες των νοσοκομείων και την αντιμετώπιση των επειγόντων περιστατικών. Οι γιατροί απεργούν γιατί εξαπατήθηκαν, ενώ ορισμένοι υποστηρίζουν ότι οι αυξήσεις που πήραν θα «εξαφανιστούν» από τη μείωση του αριθμού των εφημεριών τους. Είναι, πάντως, αλήθεια ότι άλλη σύμβαση συνυπέγραψαν με τον υπουργό Υγείας και άλλη κατατέθηκε στη Βουλή. Η συλλογική σύμβαση προϋποθέτει τη συναίνεση των γιατρών, καθώς αυτός είναι όρος που τέθηκε από την Ευρωπαϊκή Ενωση. Σε αντίθετη περίπτωση, ο αριθμός των εφημεριών, των ημερών δηλαδή της υπερωριακής απασχόλησης δεν μπορεί να ξεπερνάει τις τέσσερις - έξι τον μήνα, ενώ πολλοί Ελληνες γιατροί κάνουν σήμερα οχτώ - δέκα σε βάρος της ποιότητας των παρεχομένων υπηρεσιών. Κάτι τέτοιο όμως είναι ανέφικτο με τον σημερινό αριθμό γιατρών (θα έπρεπε να διπλασιαστεί ο αριθμός των ειδικευομένων και των επιμελητών που εφημερεύουν) και την υπάρχουσα δομή, οργάνωση και χωροταξική κατανομή των νοσηλευτικών ιδρυμάτων. Στο πλαίσιο αυτής της διαπραγμάτευσης, οι συνδικαλιστές πέτυχαν γενναίες αυξήσεις μισθών. Το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας δεν είχε, σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ» ενημερωθεί από τον υπουργό Υγείας για τη δαπάνη του συνόλου των ρυθμίσεων της συλλογικής σύμβασης, που εκτιμάται σε 2 δισ. ευρώ, με αποτέλεσμα αυτή να κατατεθεί διαφοροποιημένη στη Βουλή. Αυτό προκάλεσε τη μήνιν του ιατρικού κόσμου, ενώ σοβαρές αντιδράσεις και στο κυβερνητικό στρατόπεδο δημιουργούν οι ρυθμίσεις για την εξέλιξη των γιατρών μέσα στα νοσοκομεία, με το λεγόμενο «πολυδιευθυντικό σύστημα». Κατόπιν αυτών, ο υπουργός ανακοίνωσε ότι παγώνει για ένα έτος τη ρύθμιση. Mόνο κριτήριο οι κλίνες Το πολυδιευθυντικό σύστημα ήταν το «κερασάκι στην τούρτα» των προβλημάτων που συνδέονται με την ιατρική εκπαίδευση, τις κρίσεις των γιατρών και την απουσία αξιολόγησης στο σύστημα υγείας. Ενα θέμα μείζον, όχι μόνο για την εξέλιξη των γιατρών, αλλά και την ποιότητα των υπηρεσιών και την ανάπτυξη της ιατρικής φροντίδας και έρευνας. Σήμερα, παρατηρείται μεγάλη δυστοκία στις κρίσεις του ιατρικού προσωπικού, υπάρχουν καθυστερήσεις δύο, τριών ή και περισσοτέρων ετών, κυρίως όταν γίνονται ενστάσεις, ενώ τα κριτήρια βαθμολόγησης και η συγκρότηση των επιτροπών επιτρέπουν πολιτικές - κομματικές παρεμβάσεις. Παράλληλα, δεν γίνεται αξιολόγηση των γιατρών ούτε των κλινικών που παρέχουν εκπαιδευτικό έργο. Και αυτό παρότι ο νόμος προβλέπει ότι κάθε κλινική αξιολογείται βάσει του κλινικού και του εκπαιδευτικού της έργου. Το μοναδικό κριτήριο για να έχει μια κλινική ειδικευομένους είναι ο αριθμός των κλινών (τρεις ανά ειδικευόμενο). Η προσπάθεια του πρώην υπουργού Υγείας Αλέκου Παπαδόπουλου το 2001 με τον νόμο 2889 να προχωρήσει σε επανάκριση όλων των γιατρών δεν ευοδώθηκε, παρότι είχαν καταρτισθεί και οι πίνακες των εθνικών κριτών. Υπήρξαν αντιδράσεις. Αντί να γίνει κάτι για να ξεπεραστούν αυτές οι αγκυλώσεις, το υπουργείο επιχείρησε να καταργήσει τις κρίσεις. Συνωστισμός «διευθυντών» Εφόσον τελικά ισχύσει η ρύθμιση για το «πολυδιευθυντικό», περίπου 4.000 αναπληρωτές διευθυντές θα γίνουν διευθυντές, αφού θα κριθούν χωρίς αντίπαλο και θα προστεθούν στους 2.300 ήδη υπάρχοντες. Σε αυτούς μπορεί να προστεθούν άλλοι 2.000 επιμελητές Α΄ που συμπληρώνουν δεκαπενταετία και, σύμφωνα με τη ρύθμιση, έχουν δικαίωμα να καταθέσουν αίτηση και να γίνουν διευθυντές με ατομική κρίση. «Επομένως, περίπου 8.000 γιατροί θα είναι διευθυντές και άλλοι 3.500-4.000 θα γίνουν επιμελητές Β· - στρατιώτες», έλεγε χαρακτηριστικά στην «Κ» διευθυντής κλινικής. «Σε μια εποχή που κρινόμαστε όλοι για τις πράξεις μας και τις γνώσεις μας, η εξέλιξη των γιατρών δεν μπορεί να γίνεται βάσει ετών, αλλά βάσει προσόντων». Την έντονη διαφωνία της με τη ρύθμιση αυτή εξέφρασε σε συνάντηση που είχε με τον ειδικό γραμματέα του υπουργείου Υγείας, πριν από την υπογραφή τής συλλογικής σύμβασης η Ενωση Διευθυντών ΕΣΥ, που ζήτησε να τεθεί σε εφαρμογή ο «νόμος Παπαδόπουλου» και οι κρίσεις να ξεκινήσουν από τους ίδιους. Είναι αλήθεια ότι το ΕΣΥ γερνάει, δεν γίνονται προσλήψεις. Χρειάζονται 4.500 γιατροί και 15.000 νοσηλευτές. Σε αρκετά νοσοκομεία οι διευθυντές και αναπληρωτές διευθυντές είναι πλειοψηφία. Σύμφωνα με γιατρό του νοσοκομείου, το μισό ιατρικό προσωπικό του ΚΑΤ θα οδηγηθεί σε σύνταξη μέσα σε μία πενταετία.
ΣXETIKA ΘEMATA
|