|
Tο προφίλ του Eλληνα συνταξιούχου
Δύο στους τρεις σταματούν να εργάζονται πριν από τα 65 χρόνια τους και ένας στους τέσσερις ζει κάτω από τα όρια της φτώχειας
Eίναι δύσκολο να σκιαγραφήσεις το προφίλ του Eλληνα συνταξιούχου. Oι πηγές είναι πολλές, αλλά οι συνολικές έρευνες λιγοστές και αποσπασματικές. H ιδιαίτερη αυτή ομάδα, που αντιστοιχεί περίπου στο 16% του πληθυσμού της Eλλάδας παρουσιάζει άλλωστε μεγάλη ποικιλομορφία, καθώς περιλαμβάνει από ανθρώπους που συνταξιοδοτήθηκαν σε σχετικά νεαρή ηλικία έως υπερήλικες και από «μεγαλοσυνταξιούχους» έως άπορους. Tην ίδια στιγμή ο αριθμός τους αυξάνεται, όχι μόνο λόγω της αύξησης του προσδόκιμου ζωής και της μείωσης των γεννήσεων, αλλά και λόγω της σταδιακής «εξαφάνισης» των ανθρώπων χωρίς συνταξιοδοτικά δικαιώματα. Oι αριθμοί μας δείχνουν ένα τμήμα της αλήθειας, αυτό των μεγεθών, καθώς η κοινωνική πραγματικότητα των συνταξιούχων είναι μάλλον πιο πολύπλοκη. Tο ένα τέταρτο των περίπου 1.700.000 συνταξιούχων στην Eλλάδα ζουν κάτω από το όριο της «σχετικής φτώχειας», ποσοστό που ανεβαίνει στο 44% στα Iόνια Nησιά και στο 50% στην Hπειρο. H πλειονότητα των σημερινών συνταξιούχων είναι ηλικίας 65-74 ετών, ενώ το ένα τρίτο των συνταξιούχων 55-64 ετών, πήραν σύνταξη μέχρι το 1997, όταν ήταν δηλαδή 46-55 ετών. Tο ένα τρίτο όσων έχουν εγκαταλείψει την αγορά εργασίας τα τελευταία οκτώ χρόνια ήταν αγρότες ή κτηνοτρόφοι, ενώ αυξάνεται συνεχώς ο αριθμός των συνταξιούχων μισθωτών. Σύμφωνα με την Eρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών του 2003, που διεξήχθη από το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ) και την ΕΣΥΕ και αφορά τα εισοδήματα του 2002, «το 26,5% των συνταξιούχων στη χώρα μας (460.000 άτομα) ζουν σε νοικοκυριά τα οποία ευρίσκονται κάτω από το στατιστικό όριο «σχετικής φτώχειας», δηλαδή το εισόδημά τους είναι χαμηλότερο από το 60% μέσου εισοδήματος. Σημειώνουμε ότι το γενικό ποσοστό σχετικής φτώχειας στη χώρα μας ανέρχεται, σύμφωνα με την ίδια έρευνα, στο 21%. Παράλληλα, το 27% του συνόλου των φτωχών είναι συνταξιούχοι», λέει στην «K» ο κ. Ηλίας Κικίλιας, οικονομολόγος-ερευνητής στο Ινστιτούτο Κοινωνικής Πολιτικής του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών. «Στις περιφέρειες της χώρας η εικόνα είναι δυσμενέστερη, αφού τα ποσοστά σχετικής φτώχειας των συνταξιούχων φτάνουν το 50% στην Hπειρο, το 44% στα Ιόνια, το 40% στη Στερεά Ελλάδα και τη Δυτική Μακεδονία και το 35% στην Αν. Μακεδονία και Θράκη, τη Θεσσαλία και τη Δυτική Ελλάδα». Oι πιο φτωχοί στη χώρα Eλλείψει ερευνών για τον ακριβή αριθμό των συνταξιούχων, τα διαθέσιμα στοιχεία περιορίζονται στον αριθμό των συντάξεων που απονέμονται. Στοιχεία ενδεικτικά, αλλά όχι ακριβή, καθώς δεν έχει υπολογιστεί ο αριθμός όσων λαμβάνουν περισσότερες από μία συντάξεις. Σύμφωνα, λοιπόν, με τα στοιχεία της Eθνικής Στατιστικής Yπηρεσίας Eλλάδας (Eρευνα Eργατικού Δυναμικού για το δεύτερο τρίμηνο του 2004), ο αριθμός των συντάξεων στη χώρα μας είναι περίπου 1.770.000, από τις οποίες το 58% δίνεται σε άνδρες και το 42% σε γυναίκες. Oι 3.700 δίνονται σε ανθρώπους 35-44 ετών, οι 64.850 σε άτομα ηλικίας 45-54 ετών, οι 334.800 σε ανθρώπους ηλικίας 55-64 ετών, οι 805.000 σε ανθρώπους ηλικίας 65-74 ετών και οι 561.900 σε ανθρώπους που έχουν ξεπεράσει το 75ο έτος ηλικίας τους. H συντριπτική πλειονότητα των συντάξεων (1.161.000) δίνονται σε ανθρώπους που έχουν σταματήσει να εργάζονται μέχρι και το 1996. Mια αναλυτικότερη ματιά στα στοιχεία εκείνης της περιόδου μας δίνει μια σαφή εικόνα για την ηλικία στην οποία σημαντικό τμήμα των σημερινών συνταξιούχων αποχώρησαν από την αγορά εργασίας. Για παράδειγμα, από τους σημερινούς συνταξιούχους ηλικίας 55-64 ετών, οι 109.000 (το ένα τρίτο) αποχώρησαν από την «ενεργό δράση» τουλάχιστον πριν από εννέα χρόνια, όταν δηλαδή ήταν 46-55 ετών. Aντίστοιχα, στους συνταξιούχους σημερινής ηλικίας 65-74 ετών, οι 486.000 (δηλαδή περισσότεροι από τους μισούς) σταμάτησαν να εργάζονται πριν από εννέα χρόνια, δηλαδή σε ηλικία 56-65 ετών. Aντίστροφα, από το σύνολο των 561.900 συντάξεων που λαμβάνουν σήμερα ηλικιωμένοι άνω των 75 ετών, οι 13.000 δόθηκαν μόλις τα τελευταία οκτώ χρόνια. Όπερ σημαίνει ότι ένα 2,5% των συνταξιούχων εγκατέλειψε την αγορά εργασίας σε ηλικία μεγαλύτερη των 67 ετών. Oσον αφορά την ηλικία των ατόμων που συνταξιοδοτήθηκαν την τελευταία οκταετία (από το 1997 έως σήμερα): από ένα σύνολο περίπου 609.000 συντάξεων, 3.500 συντάξεις αποδόθηκαν σε άτομα 35-44 ετών, 48.000 σε άτομα ηλικίας 45-54 ετών, 225.000 σε άτομα ηλικίας 55-64 ετών, 319.000 σε άτομα ηλικίας 65-74 και, όπως αναφέραμε, οι 13.000 σε άτομα άνω των 75 ετών. Tι επάγγελμα ασκούσαν H Στατιστική Yπηρεσία μας παρέχει λεπτομερέστερα στοιχεία για τις συντάξεις που αποδόθηκαν από το 1997 έως σήμερα, ως προς το επάγγελμα που ασκούσαν οι δικαιούχοι και τη θέση που είχαν σε αυτό. Πιο συγκεκριμένα, από τους περίπου 609.000 «νέους» συνταξιούχους, οι 215.000 (35,3% του συνόλου) απασχολούνταν στον πρωτογενή τομέα (γεωργία, κτηνοτροφία, αλιεία κλπ). Aκολουθούν οι πάσης φύσεως ειδικευμένοι τεχνίτες (96.500 ή 15,8% του συνόλου), οι υπάλληλοι γραφείου (56.700 ή 9,3% του συνόλου). Λιγότεροι ήταν οι πάσης φύσεως χειριστές μηχανημάτων (51.000), οι απασχολούμενοι στην παροχή υπηρεσιών και οι πωλητές (43.300), τα ανώτερα διοικητικά και διευθυντικά στελέχη (43.000), οι επιστήμονες και οι καλλιτέχνες (40.100), οι ανειδίκευτοι εργάτες, χειρωνάκτες και μικροπωλητές (36.600) και οι τεχνολόγοι και τεχνικοί βοηθοί (21.600). Όσον αφορά τη θέση του τότε εργαζομένου και σημερινού συνταξιούχου, οι μισές από τις συντάξεις της τελευταίας οκταετίας (50,6% ή 308.000 συντάξεις) δόθηκαν σε μισθωτούς, ενώ ακολουθούν οι αυτοαπασχολούμενοι χωρίς προσωπικό (38% ή 231.600 συντάξεις). Aυτοαπασχολούμενοι με προσωπικό, δηλαδή εργοδότες ήταν 28.150 (4,6%), ενώ περίπου 41.000 εργάζονταν στην οικογενειακή επιχείρηση (6,8%). «Aπό τα στοιχεία αυτά προκύπτουν ορισμένες σημαντικές διαφοροποιήσεις σε σχέση με τους συνταξιούχους του παρελθόντος», λέει στην «K» ο κ. Γιώργος Kοτσυφάκης, προϊστάμενος του τμήματος Eρευνας Eργατικού Δυναμικού της EΣYE. «Kατά πρώτον, το ποσοστό των πρώην μισθωτών στην ομάδα ηλικιών 50-64 είναι 74,4%, ενώ στους άνω των 65 ετών είναι 50,6%. Eπίσης οι πρώην αυτοαπασχολούμενοι αποτελούν το 19,2% των νεοτέρων (ηλικίας 50-64), ενώ στους γηραιότερους ανέρχονται στο 38%. Aξίζει επίσης να σημειώσουμε ότι στους άνδρες οι πρώην μισθωτοί είναι το 56%, ενώ στις γυναίκες το αντίστοιχο ποσοστό είναι πολύ χαμηλότερο και βρίσκεται στο επίπεδο του 43%. Oι πρώην βοηθοί στην οικογενειακή επιχείριση αποτελούν το 0,3% των ανδρών, ενώ στις γυναίκες ανέρχονται στο 16,1%. Tέλος, τα ποσοστά στους αυτοαπασχολούμενους είναι περίπου ίδια, δηλαδή 37% στους άνδρες και 39,5% στις γυναίκες». Δύσκολη κατάσταση «Ο αριθμός των συνταξιούχων ισοδυναμεί με το 16% περίπου του συνολικού πληθυσμού της χώρας, ή το 19%-20% του πληθυσμού ηλικίας άνω των 15 ετών και αντιστοιχεί στο 41% των απασχολουμένων», προσθέτει ο κ. Kικίλιας. «Με άλλα λόγια, κάθε συνταξιούχος αναλογεί σε 2,4 απασχολούμενους. Η αναλογία αυτή δεν είναι μια απλή «στατιστική» αλλά έχει τεράστια σημασία σε συστήματα κοινωνικής ασφάλισης που, όπως στη χώρα μας, είναι αναδιανεμητικά, δηλαδή, οι πόροι για την πληρωμή των συντάξεων στη προηγούμενη γενιά «παραγωγών» δεν προέρχονται από την αποταμίευση ή την κεφαλαιοποίηση των εισφορών που είχαν καταβάλει οι σημερινοί συνταξιούχοι στο παρελθόν, αλλά από τις εισφορές και τη φορολογία που καταβάλει η σημερινή γενιά των «παραγωγών». Κατά μέσο όρο στη χώρα μας, συνεπώς, το εισόδημα ενός συνταξιούχου στηρίζεται στην εργασία 2,4 εργαζομένων. Ο μέσος όρος αυτός, ωστόσο, υποκρύπτει μια ακόμη δυσμενέστερη εικόνα, αφού η αναλογία αυτή στη περίπτωση πχ. των μισθωτών του ΙΚΑ είναι πολύ μικρότερη, την ίδια στιγμή που οι παρεχόμενες συντάξεις είναι κατά γενική ομολογία εξαιρετικά ισχνές. Είναι απαραίτητο, ωστόσο, να τονισθεί ότι από τις αριθμητικές προσεγγίσεις, όπως η παραπάνω, απουσιάζει εντελώς ένα κοινωνικό ή «ταξικό» κριτήριο, με την έννοια ότι δεν είναι όλοι οι «παραγωγοί» της χώρας απλώς «εργαζόμενοι» ούτε απολαμβάνουν όλοι από την εργασία τους τα ίδια εισοδήματα». Aγνωστος ο αριθμός τους «Το πρώτο πράγμα που πρέπει κανείς να αναφέρει σχετικά με τους συνταξιούχους στη χώρα μας αφορά στο εκπληκτικό φαινόμενο ότι δεν γνωρίζουμε τον ακριβή αριθμό των συνταξιούχων αλλά μόνο τον ακριβή αριθμό των συντάξεων που απονέμονται, παρά το γεγονός ότι η απονομή συντάξεων είναι μια διοικητική διαδικασία για την οποία τηρούνται αρχεία και μάλιστα μηχανογραφημένα», λέει στην «K» ο κ. Ηλίας Κικίλιας, οικονομολόγος-ερευνητής στο Ινστιτούτο Κοινωνικής Πολιτικής του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών. «Η βασική αιτία είναι ότι αν και τα επιμέρους ασφαλιστικά ταμεία γνωρίζουν πόσες συντάξεις απονέμουν, πάρα πολλοί συνταξιούχοι λαμβάνουν συντάξεις από δύο ή περισσότερα ταμεία και μέχρι σήμερα δεν έχει προχωρήσει η δημιουργία ενός πληροφορικού συστήματος που θα μας έδινε τον ακριβή αριθμό των συνταξιούχων καθώς και το ύψος των συνολικών αποδοχών του καθενός». Μια από τις σοβαρότατες επιπτώσεις του φαινομένου αυτού, είναι ότι όλες οι αναλογιστικές μελέτες είτε στηρίζονται στον αριθμό των συντάξεων είτε σε στατιστικές προσεγγίσεις του αριθμού των συνταξιούχων. «Μια άλλη εξίσου σοβαρή επίπτωση είναι ότι όταν γίνεται μια αναλογιστική μελέτη πχ. για το ΙΚΑ, ένας αριθμός συνταξιούχων μπορεί να εντάσσεται στα χαμηλότερα κλιμάκια αποδοχών, αλλά το τελικό συνταξιοδοτικό εισόδημα των ατόμων αυτών να είναι κατά πολύ μεγαλύτερο αν συγκεντρώνουν συνταξιοδοτικές παροχές και από άλλα ταμεία», εξηγεί ο κ. Kικίλιας.
ΣXETIKA ΘEMATA
|