|
Δύο προτάσεις για τη μελλοντική μακροοικονομική πολιτική
Η ελληνική μακροοικονομική πολιτική αντιμετωπίζει σήμερα δύο προκλήσεις. Πρώτον, και σε σχέση με το βραχυπρόθεσμο μέλλον, να διακόψει τις συνθήκες υπερθέρμανσης αποφεύγοντας οικονομική στασιμότητα ή ύφεση. Δεύτερον, και σε σχέση με το μεσοπρόθεσμο/μακροπρόθεσμο μέλλον, να δημιουργήσει συνθήκες μη πληθωριστικής, μακροχρόνια διατηρήσιμης οικονομικής ανάπτυξης. Σε σχέση με το πρώτο, με δεδομένη της μείωση της ζήτησης λόγω του αυξημένου κόστους εξυπηρέτησης δανεισμού του ιδιωτικού τομέα, της αποπεράτωσης των Ολυμπιακών Αγώνων και εκείνης των μεγάλων έργων υποδομής, η μελέτη προτείνει μια πολιτική σταδιακής και όχι απότομης δημοσιονομικής προσαρμογής. Η πρόταση αποβλέπει στο να εξασφαλισθεί ότι η προσγείωση από τις σημερινές συνθήκες υπερθέρμανσης σε φυσιολογικότερα επίπεδα ζήτησης θα γίνει ομαλά, χωρίς απότομη μείωση του εθνικού εισοδήματος. Η τελευταία θα οδηγούσε σε σημαντική αύξηση της ανεργίας και, στην περίπτωση που ο ιδιωτικός τομέας αντιμετωπίσει δυσκολίες στην εξυπηρέτηση του ανησυχητικά αυξημένου δανεισμού του, ενδεχομένως και σε προβλήματα χρηματοπιστωτικής αστάθειας ανάλογα με εκείνα που εμφανίσθηκαν στις χώρες τις ΝΑ Ασίας μετά την κρίση του 1997. Σε σχέση με το δεύτερο, η μελέτη προτείνει την πρόωθηση μιας σειράς διαρθρωτικών αλλαγών στις αγορές προϊόντος και εργασίας, στον δημόσιο τομέα και στο ευρύτερο νομοθετικό και θεσμικό πλαίσιο που διέπει την ελληνική οικονομία. Οι αλλαγές αυτές θα προκαλέσουν ίσως κάποιο κόστος προσαρμογής. Ομως, η διατήρηση του σημερινού status quo εμπεριέχει σημαντικά υψηλότερο οικονομικό και κοινωνικό κόστος. Οι διαρθρωτικές αλλαγές αποτελούν τη μοναδική αξιόπιστη μακροπρόθεσμη οικονομική στρατηγική που θα επιτρέψει στην ελληνική κοινωνία να καρπωθεί τα δυνητικά οικονομικά οφέλη από την ένταξη στην ΟΝΕ.
|