|
Ετος αβεβαιότητας για τα αμερικανικά χρηματιστήρια το 2008
The Economist
Αν η ιστορία βοηθά στην εξαγωγή συμπερασμάτων, τότε το 2008 θα είναι έτος καλύτερο απ’ ό,τι συνήθως για τα αμερικανικά χρηματιστήρια. Αν παίζει κάποιο ρόλο η πολιτική, τότε το 2008 ίσως προκαλέσει κάποια νευρικότητα στους επενδυτές. Θα είναι οι πρώτες προεδρικές εκλογές μετά το 1952 όπου ούτε ο σημερινός πρόεδρος ούτε ο αντιπρόεδρος διεκδικούν ανανέωση της θητείας τους. Αυτό θα δημιουργήσει κλίμα αβεβαιότητας, το οποίο είθισται να απεχθάνονται οι αγορές. Αν δεν συνυπολογίσουμε τον παράγοντα των εκλογών, ίσως το βασικό ζήτημα για τις αγορές είναι αν η κερδοφορία των επιχειρήσεων μπορεί να συνεχισθεί. Στις ΗΠΑ, τα κέρδη αυξάνονται με τους ταχύτερους ρυθμούς της τελευταίας 40ετίας ως ποσοστό επί του ΑΕΠ. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι μοίρα τους είναι να επιστρέψουν στη μετριότητα. Αλλοι, ωστόσο, θεωρούν ότι τα κέρδη μπορούν να συντηρηθούν χάρις στην παγκοσμιοποίηση: η ανάδυση της Κίνας και της Ινδίας έχει μετακινήσει το ισοζύγιο της δύναμης υπέρ του κεφαλαίου και κατά της εργατιάς. Το ζήτημα είναι σημαντικό λόγω του μέτρου που χρησιμοποιούν οι επενδυτές για τις εκτιμήσεις τους: τον λόγο τιμής προς κέρδη. Οι αισιόδοξοι υποστηρίζουν ότι, στη βάση των προβλεπόμενων κερδών, οι μετοχές μοιάζουν φθηνές σε σχέση με τα ιστορικά πρότυπα. Οσο για τους απαισιόδοξους, θεωρούν ότι αυτό συμβαίνει γιατί τα κέρδη βρίσκονται στο ανώτερο σημείο του κύκλου: «στρογγυλεύοντας» τον μέσο όρο των κερδών, οι αποτιμήσεις είναι εξίσου υψηλές όσο και πριν από το κραχ του 1929. Τα εταιρικά κέρδη μπορεί να δεχθούν πιέσεις αν –όπως αναμένεται– η οικονομία επιβραδυνθεί λόγω της κρίσης στην αγορά κατοικίας. Και οι μετοχές μπορεί επίσης να απολέσουν έναν παράγοντα στήριξης, αν η κρίση στα στεγαστικά δάνεια, που ξεκίνησε το καλοκαίρι του 2007, περιορίσει τη δυνατότητα των εταιρειών επένδυσης ιδιωτικών κεφαλαίων να πραγματοποιούν εξαγορές και δυσχεράνει την επαναγορά μετοχών εκ μέρους των επιχειρήσεων. Ωστόσο, στην πορεία του έτους, οι επενδυτές ίσως αρχίσουν να προσβλέπουν σε οικονομική ανάκαμψη το 2009, ιδίως αν η Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ παραμείνει στην τροχιά μείωσης των επιτοκίων που εγκαινίασε τον Σεπτέμβριο του 2007. Carry trade Στις αγορές συναλλάγματος, το καίριο ζήτημα θα είναι η ανθεκτικότητα του carry trade, όπου οι κερδοσκόποι δανείζονται σε νομίσματα χαμηλών επιτοκίων –ιδίως το γιεν– για να επενδύσουν σε νομίσματα και ενεργητικό υψηλότερων επιτοκίων και ρίσκου. Το carry trade πέρασε από αρκετούς κλυδωνισμούς τα τελευταία χρόνια, καθώς οι επενδυτές υπέστησαν πανικό και εγκατέλειψαν κάποια από τα πιο «εξωτικά» νομίσματα, όπως η κορόνα Ισλανδίας και το δολάριο Νέας Ζηλανδίας. Βασικός παράγοντας πίεσης του carry trade κατά το 2008 πιθανόν να είναι ο συνδυασμός μείωσης των αμερικανικών επιτοκίων και κάποιων μέτριων αυξήσεων των ιαπωνικών. Ο κίνδυνος είναι να κουραστούν οι επενδυτές (συμπεριλαμβανομένων των Ιαπώνων που διοχετεύουν κεφάλαια στο εξωτερικό) να χάνουν χρήματα και να κλείσουν τις θέσεις τους, προκαλώντας κατακόρυφη άνοδο του γιεν. Ωστόσο, το θετικό είναι πως ένας συνδυασμός ασθενέστερου δολαρίου και βραδύτερης αμερικανικής οικονομικής ανάπτυξης θα μείωνε το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ, έναν από τους βασικούς παράγοντες στην παγκόσμια οικονομία. Στις αγορές ομολόγων, ο απόηχος της κρίσης των στεγαστικών δανείων του φετινού καλοκαιριού θα συνεχισθεί. Οι υπηρεσίες αξιολόγησης αναμένουν αύξηση του ποσοστού αθέτησης στα εταιρικά ομόλογα, αν μη τι άλλο γιατί οι χωρίς ρευστό επιχειρήσεις θα δυσκολευθούν να βρουν χρηματοδότη. Αναπόφευκτα, αυτό θα αποτελέσει άλλη μια δοκιμασία για τα περίπλοκα δομημένα προϊόντα που δημιουργήθηκαν τα τελευταία χρόνια. Ενας κλάδος που μπορεί να ναυαγήσει το 2008 είναι τα εταιρικά ακίνητα. Οπως και οι κατοικίες, έτσι και αυτός είναι ευάλωτος στο υψηλότερο κόστος δανεισμού και τη βραδύτερη οικονομική ανάπτυξη. Οι επενδυτές στράφηκαν στα ακίνητα τα τελευταία χρόνια λόγω των ελκυστικών αποδόσεων, οι οποίες όμως δεν αντισταθμίζουν πλέον τόσο το ρίσκο. Τέλος, οι επενδυτές θα καιροφυλακτούν για να διακρίνουν «ακραία φαινόμενα», τα οποία πάντως είναι εξ ορισμού απρόβλεπτα. Ενα στρατιωτικό χτύπημα κατά του Ιράν δεν εντάσσεται ουσιαστικά σε αυτή την κατηγορία, εφόσον έχει ήδη ευρέως συζητηθεί. Ομως, δεν πιστεύουμε ότι μια τέτοια προοπτική έχει συνυπολογισθεί στις αγορές. Η παγκόσμια οικονομία ανταποκρίθηκε θετικά όταν το πετρέλαιο έφθασε τα 70, ακόμα και τα 80 δολάρια. Ουδείς γνωρίζει αν θα μπορέσει να αντεπεξέλθει με το βαρέλι στα 100 δολάρια...
|