|
Η Κίνα πρέπει να καταναλώνει περισσότερο
The Economist
Μπορεί η Κίνα να συμβάλει στην αποκατάσταση των παγκόσμιων ανισορροπιών και να μειώσει το εμπορικό της πλεόνασμα, αυξάνοντας την κατανάλωση; Η αποκατάσταση της ισορροπίας στον μηχανισμό της παγκόσμιας οικονομίας απαιτεί από την Αμερική, δηλαδή τις Ηνωμένες Πολιτείες να καταναλώνουν λιγότερο και να αποταμιεύουν περισσότερο. Οσο για τις τρεις χώρες με τα μεγαλύτερα πλεονάσματα, όπως η Κίνα, η Γερμανία και η Ιαπωνία, αυτές θα πρέπει να εξοικονομούν λιγότερα και να ξοδεύουν περισσότερα. Βέβαια, η μεγαλύτερη έμφαση δίνεται στην Κίνα, η οποία τελεί υπό ενδελεχή εξέταση, εφόσον το πλεόνασμά της είναι ογκωδέστατο και το 2008 είχε ξεπεράσει τα 400 δισ. δολάρια, το οποίο ισοδυναμεί με το 10% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος της χώρας - και αυτό είναι πολύ μεγάλο. Τελικώς, λοιπόν, μπορεί η Κίνα να διορθώσει τις εμπορικές της ανισορροπίες και εάν ναι, πώς θα έχει τη δυνατότητα να αναπτυχθεί στο μέλλον; Τα καλά νέα είναι ότι το εμπορικό πλεόνασμα ήδη έχει αρχίζει να συρρικνώνεται. Η ζωηρή ανάπτυξη της κινεζικής οικονομίας το δεύτερο εξάμηνο είχε ως αποτέλεσμα το ΑΕΠ να αυξηθεί κατά 7,9% εν συγκρίσει με το ίδιο διάστημα πριν από ένα χρόνο. Η πορεία αυτή οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στην εσωτερική ζήτηση. Αποτέλεσμα ήταν να απορροφηθούν περισσότερα εισαγόμενα προϊόντα και oι εξαγωγές να συνεχίσουν να μειώνονται. Το πλεόνασμα από τις συναλλαγές σε εμπορεύματα στην Κίνα κατά το δεύτερο τρίμηνο μειώθηκε στα 35 δισεκατομμύρια δολάρια, δηλαδή είχε ελαττωθεί κατά 40% σε σύγκριση με τα ισχύοντα πριν από ένα χρόνο. Οι Γιου Σονγκ και Ελεν Κιάο της Goldman Sachs έχουν υπολογίσει ότι η εν λόγω μείωση σε πραγματικούς αριθμούς με προσαρμογή στις τιμές των εξαγωγών και των εισαγωγών είναι ακόμα πιο εντυπωσιακή. Το πλεόνασμα, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις τους συρρικνώνεται σε επίπεδα χαμηλότερα από το ένα τρίτο του αντιστοίχου πριν από ένα χρόνο. Φθάνουν δε στο σημείο να ισχυριστούν ότι μέσα στην επόμενη χρονιά είναι αρκετά πιθανό να υπάρξει και εμπορικό έλλειμμα σε μηνιαία βάση. Οι περισσότεροι αναλυτές, όμως, πιστεύουν ότι το εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας θα παραμείνει ογκώδες, ενώ οι εξαγωγές της το 2007 είχαν διαμορφωθεί στο 35% του ΑΕΠ και φέτος στο 24,5%. Στροφή στην εγχώρια ζήτηση Η Κίνα, ουσιαστικά, και σε μία επιφανειακή προσέγγιση, εκπληρώνει τη μακρά απαίτηση της Δύσης να μεταμορφώσει τον μηχανισμό ανάπτυξής της και από τις εξαγωγές της να στραφεί στην εγχώρια ζήτηση. Χάρη στο μεγαλύτερο δημοσιονομικό πακέτο στήριξης από κάθε άλλη μεγάλη οικονομία και την πιο χαλαρή πιστωτική πολιτική, η πραγματική εγχώρια ζήτηση στην Κίνα θα αναπτυχθεί φέτος τουλάχιστον κατά 10%. Στην πραγματικότητα, αυτή η αντίληψη ότι η αχανής χώρα ανέκαθεν βασιζόταν στις εξαγωγές για την ανάπτυξή της μάλλον είναι αποπροσανατολιστική. Την τελευταία δεκαετία οι καθαρές εξαγωγές της κατά μέσο όρο ισοδυναμούσαν μόνον με το ένα δέκατο της ανάπτυξής της. Το πρόβλημα έγκειται στο ότι δεν είναι ισορροπημένο το κράμα εγχώριας ζήτησης μεταξύ κατανάλωσης και επενδύσεων και, συν τω χρόνω, θα καθίσται ακόμα πιο επισφαλής η ισορροπία του. Το 2008 η ιδιωτική κατανάλωση κάλυπτε μόνον το 35% του ΑΕΠ έναντι του 49% του 1990. Οι δε επενδύσεις, αντιθέτως, ενισχύθηκαν από το 35% στο 44% του ΑΕΠ. Φέτος το μεγαλύτερο μέρος του κρατικού πακέτου στήριξης διοχετεύεται στα έργα υποδομών, επεκτείνοντας περαιτέρω το μερίδιο των επενδύσεων. Οι κεφαλαιακές δαπάνες ίσως για πρώτη φορά θα υπερσκελίσουν τις αντίστοιχες των Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ οι καταναλωτικές δαπάνες θα είναι μόνον κατά ένα έκτο τόσο ευρείες. Προτού διερευνήσει κανείς το πώς η ανάπτυξή της θα προέρχεται κυρίως από την κατανάλωση και δευτερευόντως από τις επενδύσεις, θα πρέπει να διασαφηνισθεί το εξής δεν ισχύει το ότι η χώρα εμφανίζει πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών εξαιτίας της πολύ αδύναμης κατανάλωσης. Αντιθέτως, η Κίνα διαθέτει την ταχύτερα αναπτυσσόμενη καταναλωτική αγορά, η οποία την παρελθούσα δεκαετία αυξήθηκε 8% σε πραγματικούς αριθμούς. Οι λιανικές πωλήσεις το τελευταίο δωδεκάμηνο έχουν αυξηθεί κατά 17%, αν και ενδέχεται τα στοιχεία να διογκώνονται λόγω κρατικών προμηθειών. Ωστόσο, η αύξηση στις καταναλωτικές δαπάνες είναι πιο βραδεία από εκείνη της συνολικής οικονομίας. Με αποτέλεσμα η κατανάλωση ως μερίδιο επί του ΑΕΠ να έχει ελαττωθεί για την Κίνα και να θεωρείται εξαιρετικά χαμηλή συγκρινόμενη με τα διεθνή δεδομένα, δηλαδή μόλις το 35% έναντι του 50% - 60% στην Ασία και του 70% στις ΗΠΑ. Ο σημαντικότερος παράγοντας, ο οποίος επεξηγεί γιατί η κατανάλωση έχει περιοριστεί, είναι ότι το μερίδιο του εθνικού εισοδήματος με παραλήπτες τα νοικοκυριά έχει ελαττωθεί, ενώ το μερίδιο των κερδών αυξήθηκε. Το μερίδιο των εργαζομένων στην πίτα εξανεμίζεται, γιατί η τεράστια και φρενήρης ανάπτυξη της Κίνας έχει δημιουργήσει απροσδόκητα λίγες θέσεις εργασίας. Η ανάπτυξη αυτή είναι εντάσεως κεφαλαίου, δίνοντας έμφαση στις βαριές βιομηχανίες, όπως οι χαλυβουργίες, και όχι τόσο στις δραστηριότητες εντάσεως εργασίας. Τα κέρδη, η απόδοση του κεφαλαίου, έχουν υπερκεράσει τα εισοδήματα από τους μισθούς. Οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις Το να ζητήσεις απλώς από τα νοικοκυριά να ξοδεύουν μεγαλύτερο ποσοστό των εισοδημάτων τους, δεν αρκεί, ώστε να μεταστραφεί η ανάπτυξη της χώρας προς την κατανάλωση. Η ενίσχυση του κράτους πρόνοιας αποτελεί σημαντική προτεραιότητα, αλλά η πολιτική θα πρέπει επίσης να εστιάσει στο πώς θα ενισχύσει τα εισοδήματα των νοικοκυριών και να ελαττώσει την αποταμίευση των επιχειρήσεων, επισημαίνει ο Λουίς Κούιζς, οικονομολόγος της Παγκόσμιας Τράπεζας στο Πεκίνο. Βέβαια, το να καταστήσει μία χώρα την ανάπτυξή της περισσότερο εντάσεως εργασίας απαιτεί πολλές και δύσκολες μεταρρυθμίσεις. Η Κίνα χρειάζεται απορρύθμιση του κλάδου χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών για να αυξήσει το κόστος κεφαλαίου για τις κρατικές εταιρείες και να βελτιώσει την πρόσβαση στις πιστώσεις για τις ιδιωτικές επιχειρήσεις και ειδικά εκείνες του κλάδου υπηρεσιών. Επιπροσθέτως, τα υψηλότερα επιτόκια καταθέσεων θα προσφέρουν στα νοικοκυριά αυξημένα εισοδήματα. Στο φορολογικό σύστημα οι στρεβλώσεις, οι οποίες ευνοούν τη μεταποίηση και τα εμπόδια στη συμμετοχή των ιδιωτών σε ορισμένους επιμέρους κλάδους στην παροχή υπηρεσιών θα πρέπει εξαλειφθούν. Οι κρατικής ιδιοκτησίας επιχειρήσεις θα πρέπει να υποχρεωθούν να καταβάλουν υψηλότερα μερίσματα επί των κερδών τους. Οι τιμές των επιδοτούμενων πρώτων υλών για τη βιομηχανία θα πρέπει να αυξηθούν. Επιπλέον, θετικά θα συμβάλουν στην τόνωση των εισοδημάτων και συνεπώς της κατανάλωσης οι μεταρρυθμίσεις στη χρήση της γης, καθώς και η άρση των περιορισμών στην εσωτερική μετανάστευση από τις αγροτικές στις αστικές περιοχές. Ωστόσο, η Κίνα μόλις που έχει ξεκινήσει να εφαρμόζει αυτές τις ζωτικής σημασίας μεταρρυθμίσεις. Ισως να συμβαίνει αυτό, επειδή οι μεταρρυθμίσεις απαιτούν πολύ πιο σκληρές πολιτικές αποφάσεις από τη συγκρότηση επαρκούς προνοιακού κράτους. Απαιτούν από το Πεκίνο να απεγκλωβίσει την οικονομία από τον έλεγχό του και αυτό θα γίνει αργά και διστακτικά.
ΣXETIKA ΘEMATA
|