|
ΜΑKΡΟΣKΟΠΙKΑ
Ο κίνδυνος της ύφεσης
Του Χ. Α. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
Η κρίση, ανοικτή πλέον, στα χρηματιστήρια του κόσμου θα λειτουργήσει, ας το ελπίσουμε, ως ένα τεράστιο κουδούνι κινδύνου. Η επιστροφή σε πιο ψύχραιμους υπολογισμούς θα επιτρέψει στη σκέψη να γίνει πιο βαθιά. Θεωρητικοί και αναλυτές θα χρειαστεί να ξαναδούν τα μοντέλα τους, τα οποία, ούτως ή άλλως, δεν προσέφεραν κανένα ιδιαίτερα αξιόπιστο συμπέρασμα. Kάποιοι πιστεύουν ότι αυτός που ευθύνεται για την παρούσα κρίση είναι ο Alan Greenspan και, κατ' αναλογία, οι άλλοι κεντρικοί τραπεζίτες, όπως ο Wim Duisenberg στην Ευρώπη. Αν δεν είχε ανεβάσει, ο πρώτος, τόσο πολύ τα επιτόκια, οι αγορές τίτλων θα είχαν προσαρμοστεί ευκολότερα στην παρούσα συγκυρία συγκράτησης της δυναμικής οικονομικής ανάπτυξης, λένε. Αν η Ευρωπαϊκή Kεντρική Τράπεζα είχε προτιμήσει να διατηρήσει τα επιτόκιά της πιο κοντά σε εκείνα με τα οποία είχε ξεκινήσει το ευρώ, η Ευρωζώνη θα είχε καλύτερα αναπτυξιακά ανακλαστικά και, επομένως, θα υπέφερε λιγότερο από το γύρισμα της αμερικανικής οικονομίας, προσθέτουν. Το παραπάνω επιχείρημα έχει οπωσδήποτε αξία, αν και δεν επαρκεί για να εξηγήσει την παρούσα κατάσταση. Είναι σωστό ότι στην περίπτωση της Ευρώπης, η ΕKΤ μπορούσε να έχει αυξήσει πολύ ταχύτερα τα επιτόκιά της, ασκώντας παράλληλα μια περισσότερο αποφασιστική πολιτική στήριξης της ισοτιμίας ευρώ-δολαρίου. Ηδη από τις αρχές του 2000 είχε διαφανεί ότι τα πλήγματα που δεχόταν το ευρώ έναντι του δολαρίου δεν μπορούν να γιατρευθούν με την πολιτική που ακολουθείτο. Ο φόβος και, κυρίως, η διάδοση φημών στην οποία επιδόθηκαν ανώτατοι παράγοντες μεγάλων ευρωπαϊκών κυβερνήσεων αποσταθεροποίησαν όχι μόνον τον πρόεδρο της ΕKΤ, αλλά και το κύρος της νεογέννητης κεντρικής τράπεζας του ευρώ. Η Ευρώπη, λοιπόν, αντιμετωπίζει τη σημερινή αστάθεια, έχοντας εναντίον της τρία (τουλάχιστον) σοβαρά εμπόδια. Πρώτον, δεν έχει πραγματοποιήσει σοβαρά βήματα στην αναδιάρθρωση των οικονομιών της, ιδιαίτερα σε θέματα, όπως είναι το ασφαλιστικό, η χρηματοδότηση της καινοτομίας και η ενσωμάτωση καινοτομιών. Δεύτερον, οι πληγές που άφησε η ξαφνική άνοδος του πετρελαίου (μεγαλύτερες λόγω του ασθενούς ευρώ), σε συνδυασμό με την απαξίωση των τεράστιων επενδύσεων, που είχαν κάνει οι περισσότερες μεγάλες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις στην αμερικανική αγορά, έχουν ματώσει την κερδοφορία. Τρίτον, οι κρατικοί προϋπολογισμοί δεν έχουν πραγματικά περιθώρια (δηλαδή πλεονάσματα), ώστε να χρησιμοποιηθούν ως εργαλεία αντικυκλικής πολιτικής, όπως θα ήταν μια ακόμη γενναιότερη μείωση φορολογίας από εκείνη που προωθούν ορισμένες χώρες. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι οι κεντρικοί τραπεζίτες της Ευρώπης έχουν συχνά επισημάνει τον τελευταίο καιρό πως τα κράτη της Ευρωζώνης οδηγούνται σταδιακά στην κατεύθυνση της δημοσιονομικής χαλάρωσης, γεγονός που δεν συνεισφέρει στην τιθάσευση του πληθωρισμού στο επίπεδο του 2%, που είναι και ο στόχος που έχει θέσει η ΕKΤ. Η ανάλυση του επικεφαλής της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας βρίσκεται ένα βήμα μπροστά. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η πρώτη φράση της ανακοίνωσης που εξέδωσε χθες το συμβούλιο της Fed υπογράμμιζε ως μείζονα κίνδυνο για την αμερικανική οικονομία τις «συνεχείς πιέσεις στα περιθώρια κέρδους». Ο κ. Greenspan αναγνωρίζει ότι ο νέος κύκλος ανάπτυξης θα πρέπει να στηριχθεί σε μια πιο ζωηρή κερδοφορία των τεράστιων κεφαλαίων που διαθέτουν οι επιχειρήσεις. Η αποδοτικότητα των κεφαλαίων που υπερσυσσωρεύθηκαν είναι το ζητούμενο και για την υποστήριξη των χρηματιστηριακών τιμών και την εκκίνηση ενός νέου κύκλου επενδύσεων. Εχουμε λοιπόν την αμερικανική οικονομία που μπορεί να αυξηθεί, εφέτος, με ρυθμό 2%, ενώ και η ευρωπαϊκή μάλλον θα πρέπει να προσγειωθεί στον ρεαλιστικό ρυθμό του 2,5%. Με δεδομένο ότι η παγκόσμια οικονομία θα χάσει δύο από τις μηχανές έλξεως, ενόσω μάλιστα η ιαπωνική οικονομία παραμένει «κολλημένη», η εικόνα δεν είναι καθόλου ρόδινη. Δεν έχει όμως, ακόμη, τα χρώματα της κρίσης, τα οποία έχουν ήδη οι χρηματιστηριακές αγορές. Απέναντι σ' αυτήν την κατάσταση, τα εργαλεία των κεντρικών τραπεζιτών δεν μπορούν να εγγυηθούν το «θαύμα», στο οποίο είχε συνηθίσει τους ολιγότερον έμπειρους αναλυτές ο «μάγος της Wall». Επιστρέφουμε στους παλιούς καλούς νόμους της πραγματικής οικονομίας. Για να κάνουν οι επιχειρήσεις να «γεννήσουν» κέρδη τα κεφάλαια που έχουν συγκεντρώσει και, ταυτοχρόνως, να μειώσουν την υπερβάλλουσα παραγωγική ικανότητα, που κινδυνεύει να μείνει ανενεργή, η λύση είναι: μια συνταρακτική άνοδος της παραγωγικότητας. Αν όμως η τεχνολογία δεν την προσφέρει, όπως συνέβη τα τελευταία χρόνια, τότε η προσαρμογή θα είναι σκληρή. Προφανώς για τους εργαζομένους.
|