|
Η πράσινη ανάπτυξη και η απειλή των «φθηνών» Κινέζων
Του Τασου Γκολνα*
Δύο από τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ανεπτυγμένες χώρες του πλανήτη είναι οι κίνδυνοι που εγκυμονεί η κλιματική αλλαγή και η σταθερή φυγή βιομηχανικών θέσεων εργασίας προς τις αναπτυσσόμενες οικονομίες της Κίνας και της ΝΑ Ασίας. Πιο επείγον από πολιτική και κοινωνική σκοπιά είναι το δεύτερο πρόβλημα, καθώς ο μετασχηματισμός της βιομηχανικής οικονομίας σε οικονομία υπηρεσιών φαίνεται να απειλεί τη βιωσιμότητα του κράτους πρόνοιας - μιας κοινωνικής κατάκτησης βασισμένης στην ευημερία που έδωσαν οι βιομηχανικές δουλειές σε πλατιά κοινωνικά στρώματα στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Ως συνδυασμένη λύση των δύο προαναφερθέντων προβλημάτων έχει προταθεί η στροφή προς την «πράσινη» ανάπτυξη. Υποστηρίζεται, δηλαδή, ότι η επιτακτική περιβαλλοντική ανάγκη να αντικαταστήσουν οι ανανεώσιμες πηγές (ΑΠΕ) τους υδρογονάνθρακες ως κύρια πηγή ενέργειας, μπορεί να πυροδοτήσει μια νέα βιομηχανική ανάπτυξη στις πλούσιες χώρες και να δημιουργήσει θέσεις εργασίας που θα ξαναφέρουν μεγάλα κομμάτια του πληθυσμού στη μεσαία τάξη. Δυστυχώς, αυτοί οι στόχοι δεν είναι αυτόματα συμβατοί. Το κυριότερο εμπόδιο για την ανάδειξη της πράσινης ανάπτυξης σε σωτήρα της δυτικής βιομηχανικής εργασίας και του περιβάλλοντος είναι το υψηλότερο κόστος της ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές. Οι τεχνολογίες για την εκμετάλλευση των ΑΠΕ δεν έχουν ακόμη γνωρίσει τις οικονομίες κλίμακας των τεχνολογιών συμβατικής παραγωγής ενέργειας, ενώ ταυτόχρονα το περιβαλλοντικό κόστος δεν συμπεριλαμβάνεται στην τιμή της ενέργειας από υδρογονάνθρακες. Χωρίς να εκλείψουν οι παραπάνω διαφορές η πράσινη ανάπτυξη δεν θα μπορέσει να αναστείλει τις συνέπειες του φαινομένου του θερμοκηπίου. Ταυτόχρονα, η αύξηση της τιμής της ενέργειας από κάρβουνο και η συμπίεση του κόστους παραγωγής φωτοβολταϊκών (Φ/Β) ή ανεμογεννητριών είναι πρακτικές που αν εφαρμοστούν χωρίς ρύθμιση θα πλήξουν άμεσα τις τάξεις που η πράσινη ανάπτυξη υπόσχεται να βοηθήσει. Η διαμόρφωση των τιμών της ενέργειας από συμβατικές πηγές είναι σε πολλές περιπτώσεις πολιτικό ζήτημα. Η Ελλάδα έχει τη δεύτερη πιο φτηνή κιλοβατώρα στην Ε.Ε. (7,98 λεπτά*) χάρη σε ένα συνδυασμό κοινωνικής τιμολογιακής πολιτικής και φτηνού λιγνίτη. Με βάση τις πρόσφατες χονδρικές τιμές Φ/Β στοιχείων, το κόστος της κιλοβατώρας από ένα απλό Φ/Β έργο στην Ελλάδα που θα λειτουργεί για 30 χρόνια κυμαίνεται ανάμεσα στα 25 και 30 λεπτά. Tο 2007 ήταν πλησιέστερα στα 40 λεπτά και το 2014 μπορεί να πέσει κάτω από τα 20 λεπτά. Αν και σε κάθε περίπτωση αυτό το κόστος είναι ανταγωνιστικό του πραγματικού κόστους ηλεκτροπαραγωγής στα νησιά κατά τους θερινούς μήνες, είναι προφανές ότι με την παρούσα τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος δεν πρόκειται να γίνουν Φ/Β έργα στη χώρα χωρίς επιδοτήσεις κάποιας μορφής. Οι επιδοτήσεις για τις ΑΠΕ έχουν ιστορία δεκαετιών σε παγκόσμιο επίπεδο και ο στόχος τους είναι η δημιουργία μιας κρίσιμης μάζας ζήτησης ώστε να γίνουν οι απαραίτητες επενδύσεις στο σύστημα παραγωγής και να μειωθεί το κόστος εκμετάλλευσης των ΑΠΕ χάρη στις οικονομίες κλίμακας, την αθροιστική τεχνογνωσία και την πιο δραστήρια βιομηχανική και εφαρμοσμένη έρευνα. Ομως το βέλτιστο πλαίσιο επιδοτήσεων είναι πρόβλημα για πολύ δυνατούς λύτες: η ισορροπία ανάμεσα στο κόστος και την αποτελεσματικότητά τους είναι ασταθής, ενώ η αβεβαιότητα για τη μορφή και το ύψος τους σε βάθος χρόνου μπορεί να οδηγήσει σε υπερεπένδυση ή καθίζηση. Σχεδιασμός και στόχοι Οι επιδοτήσεις του κόστους της «πράσινης» κιλοβατώρας δεν είναι ικανές από μόνες τους να πυροδοτήσουν στιβαρή ανάπτυξη. Η παταγώδης αποτυχία του Ν. 3468/2006 να αναπτύξει την ελληνική αγορά φωτοβολταϊκών, παρά τη γενναιόδωρη τιμή αγοράς του ρεύματος και την ταυτόχρονη ένταξη των έργων στον αναπτυξιακό νόμο, αποτελεί το τέλειο παράδειγμα: κανένας αναπτυξιακός στόχος δεν μπορεί να επιτευχθεί με απουσία συνολικού σχεδιασμού. Φτάνουμε έτσι στο ζητούμενο κάθε αναπτυξιακής πολιτικής: ποιος είναι ο απώτερος στόχος και πώς θα εδραιωθούν τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα για να επιτευχθεί. Αυτό είναι και το βασικό ζητούμενο για κάθε προσπάθεια που αναλαμβάνεται στην Ελλάδα και όχι μόνον, αφού εκεί βρίσκεται και το «κλειδί» για την επιτυχία του κάθε εγχειρήματος σε τέτοιου είδους αναπτυξιακές πρωτοβουλίες. Που ενώ ξεκινούν με όλες τις προοπτικές ευοίωνες, τελικώς δεν κατορθώνουν να εξασφαλίσουν την επιτυχία του στόχου για τον οποίο εκπονήθηκαν. *Ο Δρ. Γκόλνας είναι διδάκτορας Επιστήμης Υλικών του Παν/μίου του Stanford.
ΣXETIKA ΘEMATA
|