|
Υπερεκτίμηση πλεονάσματος ασφαλιστικών οργανισμών
Οι συζητήσεις για το θέμα αυτό ξεκίνησαν το 1998, λόγω της έκπληξης που προκάλεσε το μέγεθος των πλεονασμάτων στην Ελλάδα σε σχέση με άλλες χώρες-μέλη. Το 2002 η Εurostat επεσήμανε τις μεγάλες διαφορές μεταξύ των εκτιμήσεων της ΕΣΥΕ για τα πλεονάσματα των ασφαλιστικών οργανισμών και των αντίστοιχων στοιχείων που διατηρούσε η Τράπεζα της Ελλάδος για τις επενδύσεις τους. Στο μεταξύ η Εurostat ζήτησε το 2002 ένα κατάλογο των ασφαλιστικών φορέων και των οικονομικών τους αποτελεσμάτων, αλλά δεν έλαβε ποτέ απάντηση. Επανήλθε στο θέμα τον Σεπτέμβριο του 2003 και έδωσε προθεσμία μέχρι τον Σεπτέμβριο 2004 για την παροχή αξιόπιστων στοιχείων. Ετσι διενεργήθηκε από την άνοιξη του 2004 νέα εκτενής έρευνα από την ΕΣΥΕ για όλους αυτούς τους φορείς, που κάλυψε τα έτη 2002 και 2003. Το αποτέλεσμα αυτής ήταν τον περασμένο Σεπτέμβριο να αναθεωρηθούν τα πλεονάσματα των ασφαλιστικών οργανισμών προς τα κάτω από 3,4 σε 2,1 δισεκατομμύρια για το 2001, από 4,7 σε 4,1 δισεκατομμύρια το 2002 και από 5,5 σε 4,6 δισεκατομμύρια το 2003. Αναλήψεις χρεών Οι αναλήψεις χρεών αποτέλεσαν σημαντικό θέμα κατά την αναθεώρηση των στοιχείων τον Οκτώβριο 2002. Η πρώτη φορά που τέθηκε το θέμα στις συζητήσεις μεταξύ Εurostat και ελληνικών αρχών ήταν τον Φεβρουάριο 1996. Υπήρξε μια ανακολουθία στις δηλώσεις των ελληνικών αρχών αναφορικά με τα στοιχεία αυτά, καθώς έδωσαν κάποια στοιχεία το 1996 (στα EDP του Μαρτίου και Σεπτεμβρίου 1996), τα οποία στη συνέχεια παρέλειψαν τελείως από το EDP του 1997, χωρίς ενημέρωση της Εurostat, με το σκεπτικό ότι το χρέος που είχε αναληφθεί σε πολλές περιπτώσεις συνδεόταν με ιδιωτικοποιήσεις. Κατόπιν επίμονων προτροπών της Εurostat, τον Σεπτέμβριο 1998 δόθηκαν κάποια στοιχεία για το 1997 (159 δισεκατομμύρια δραχμές), αλλά ένα χρόνο αργότερα (τον Φεβρουάριο 1999) τα στοιχεία αυτά παρουσιάστηκαν μειωμένα (97 δισεκατομμύρια δραχμές) χωρίς να δοθεί καμιά εξήγηση γι’ αυτό. Ετσι, ενώ η Εurostat είχε αποσαφηνίσει από το 1996 τους κανόνες που έπρεπε να εφαρμόζονται, η Ελλάδα δεν τους εφάρμοζε, με συνέπεια τα σχετικά στοιχεία να αλλάζουν συχνά. Εκτενής συζήτηση έγινε για το θέμα αυτό τον Οκτώβριο 2002, οπότε και αναγνωρίστηκαν αρκετά ποσά για το κονδύλι αυτό (217 εκατομμύρια ευρώ το 2000, 494 εκατομμύρια ευρώ το 2001). Κεφαλαιοποιημένοι τόκοι Το θέμα συζητήθηκε πολλές φορές μεταξύ της Εurostat και των ελληνικών στατιστικών αρχών την περίοδο 1996-8. Από τις διάφορες επισκέψεις των κλιμακίων της Εurostat στην Ελλάδα είχε προκύψει ότι η ελληνική κυβέρνηση είχε εκδώσει ομόλογα, τα οποία δεν απέδιδαν τόκο τα πρώτα χρόνια. Στη συνέχεια αυξανόταν το κεφάλαιο και τα ομόλογα είχαν πλέον ένα τοκομερίδιο επί του αυξημένου κεφαλαίου. Στα EDP οι κεφαλαιοποιημένοι τόκοι καταγράφονταν μόνο με τη ρευστοποίηση των ομολόγων, αλλά όχι όταν το αυξημένο κεφάλαιο πιστωνόταν στους κατόχους των ομολόγων. Κατά τη διάρκεια της αποστολής της Εurostat στην Αθήνα το 1998, οι ελληνικές αρχές δήλωσαν ότι εφεξής θα κατέγραφαν τους κεφαλαιοποιημένους τόκους σε ταμειακή βάση κατά την περίοδο χάριτος. Η Εurostat θεώρησε ότι δεν θα υπήρχαν λογιστικές δυσκολίες στην καταγραφή των κονδυλίων αυτών. Τελικά συμπεριλήφθηκαν στη δημόσια ληψοδοσία μόνο μικρά ποσά και μόλις τον Σεπτέμβριο 2004 διορθώθηκε πραγματικά η συστηματικά ελλιπής καταχώρηση των ποσών αυτών για κεφαλαιοποιημένους τόκους. Ολα αυτά τα χρόνια είχε γίνει συμφωνία του ελληνικού Δημοσίου με μεγάλες κρατικές τράπεζες για την αναβολή της πληρωμής των τόκων αυτών χρόνο με τον χρόνο. Ετσι οι τόκοι δεν πληρώνονταν ποτέ και κεφαλαιοποιούνταν κάθε χρόνο.
ΣXETIKA ΘEMATA
|