|
Aκατάλληλη η δημοσιονομική πολιτική αποφαίνεται η E.E.
Σωρεία επικριτικών σχολίων περιλαμβάνεται στην έκθεση για το πρόγραμμα σταθερότητας που παρουσίασε η ελληνική κυβέρνηση
Του ανταποκριτή μας στις Βρυξέλλες Κωνσταντίνου Καλλέργη
Την αποδοκιμασία της για την «ακατάλληλη» δημοσιονομική πολιτική της Ελλάδας εκφράζει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με την έκθεσή της περί του ελληνικού προγράμματος σταθερότητας, που έδωσε σήμερα στη δημοσιότητα στις Βρυξέλλες. Σημειώνοντας ότι το πρόγραμμα, με άλλα λόγια οι γενικές γραμμές της δημοσιονομικής πολιτικής της προσεχούς τριετίας που έχει παρουσιάσει η κυβέρνηση, δεν είναι πλήρως συμβατό με τα όσα προβλέπουν οι «Γενικοί Προσανατολισμοί Οικονομικής Πολιτικής», η Επιτροπή ομιλεί για ακατάλληλη πολιτική που βασίζεται σε «αισιόδοξα», δηλαδή μη ρεαλιστικά, σενάρια για την εξέλιξη των μεγεθών. Oπως σημειώνει η Επιτροπή, η ελληνική οικονομία συνεχίζει να εμφανίζει σχετικά υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, όμως για τα επόμενα χρόνια θα πρέπει να αναμένεται, αφ' ενός, μείωση των επενδύσεων, λόγω της λήξης των Oλυμπιακών και των έργων που σχετίζονται με αυτούς, αλλά και διατήρηση σε υψηλά επίπεδα της ιδιωτικής κατανάλωσης, την οποία πυροδοτούν τα χαμηλά επιτόκια και η χαλαρή εισοδηματική πολιτική. Κύριο αποτέλεσμα αυτών είναι από τη μια η διατήρηση και ένταση των πληθωριστικών πιέσεων, από την άλλη τα ογκούμενα προβλήματα στο διπλό μέτωπο του χρέους και των ελλειμμάτων. Σε δηλώσεις του κατά την παρουσίαση της έκθεσης, ο αρμόδιος για τα Oικονομικά επίτροπος Πέδρο Σόλμπες σημείωσε ότι σε κάθε περίπτωση οι ρυθμοί ανάπτυξης δεν οφείλονται αποκλειστικά στους Oλυμπιακούς Aγώνες, αν και τονώθηκαν από τις σχετικές προετοιμασίες, οι οποίες όμως είχαν και συνέπειες στις δημόσιες δαπάνες, άρα και τα ελλείμματα, κάτι «που θα πρέπει να ληφθεί υπ' όψιν» από την Αθήνα, όπως επεσήμανε. Ειδικά για το έλλειμμα, η Επιτροπή εμμένει στην άποψή της ότι το έλλειμμα θα διαμορφωθεί περί το 2,4% του ΑΕΠ, αντί του 1,2% που προβλέπει η Αθήνα, ενώ έχει ήδη προειδοποιήσει ότι δεν μπορεί να αποκλεισθεί να υπερβεί αυτό αργότερα και το ανώτατο επιτρεπτό όριο του 3% του ΑΕΠ. Το δε χρέος ακολουθεί τη δική του βραδύτατη πορεία μείωσης, η οποία είναι σαφώς κατώτερη του προσδοκώμενου και φυσικά του ιδανικού. Δεν είναι άσχετο εδώ το ότι η Επιτροπή διαψεύδει τον κυβερνητικό ισχυρισμό που περιλαμβάνεται στο πρόγραμμα, πως οι υπερβάσεις δαπανών που σημειώθηκαν το 2003 οφείλονται σχεδόν αποκλειστικά στην προετοιμασία των Oλυμπιακών Aγώνων και στις αποζημιώσεις των αγροτών λόγω κακοκαιρίας. Oπως τονίζει στο επεξηγηματικό σημείωμα της εκθέσεώς της, η υπέρβαση οφείλεται και στον συνδυασμό μικρότερων των προβλεφθέντων φορολογικών εσόδων και «κυρίως» αυξημένων κοινωνικών δαπανών και μισθολογικών αυξήσεων του Δημοσίου. Oμως, επισημαίνεται δε ότι ο «κώδικας δημοσιονομικής σταθερότητος» που είχε δεσμευθεί να παρουσιάσει η κυβέρνηση, δεν έχει ακόμη πάρει σάρκα και οστά και η Επιτροπή επισημαίνει ότι ο κώδικας αυτός «υποτίθεται πως θα έθετε το κανονιστικό πλαίσιο βελτίωσης του ελέγχου των πρωτογενών δαπανών». Oπως προκύπτει, ο μεν κώδικας παρέμεινε σχέδιο επί χάρτου, οι δε πρωτογενείς δαπάνες είναι εκτός ελέγχου. Κορωνίς αυτών είναι και η εκτίμηση της Eπιτροπής πως οι προβλέψεις της Ελλάδας για διατήρηση αυτών των σχετικά αυξημένων ρυθμών αύξησης του ΑΕΠ είναι και αυτές «αισιόδοξες» και κινδυνεύουν να αποδειχθούν υπερβολικές, συμπαρασύροντας και όλες τις άλλες πτυχές της δημοσιονομικής πολιτικής που ως φαίνεται θεμελιώνονται σχεδόν αποκλειστικά στην πεποίθηση ότι η ανάπτυξη θα διατηρηθεί. Επιπλέον όλων αυτών υπάρχει ο εφιάλτης των δημοσίων δαπανών, καθώς «δεν καθορίζονται σαφή και δεσμευτικά όρια για τις τρέχουσες πρωτογενείς δαπάνες, παρόλο που αυτό είχε ζητηθεί» τόσο από τα άλλα κράτη-μέλη όσο και από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Μάλιστα, οι πληθωριστικές πιέσεις που προξενεί η αυξημένη εσωτερική ζήτηση αναμένεται να έχουν επιπτώσεις και στις δημόσιες δαπάνες, αφού θα προκαλέσουν πολιτικές πιέσεις για μισθολογικές αυξήσεις και άλλα μέτρα «κοινωνικής πολιτικής», γεννώντας έτσι έναν κλασικό φαύλο κύκλο, που μεταξύ άλλων θα πλήξει την ήδη εξαιρετικά περιορισμένη ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Επιπλέον, δεν υπάρχει στο πρόγραμμα που κατέθεσε η κυβέρνηση, ανάλυση της «μακροπρόθεσμης βιωσιμότητος των δημοσίων οικονομικών», κάτι το ιδιαίτερα σημαντικό λόγω των σοβαρών πιέσεων που πηγάζουν από το ασφαλιστικό σύστημα και τη νέμεσή του, τη γήρανση του πληθυσμού. Μάλιστα, η Επιτροπή είναι ιδιαίτερα σαφής στο σημείο αυτό, τονίζοντας ότι υπάρχει «κίνδυνος σοβαρότατων δημοσιονομικών ανισορροπιών», με άλλα λόγια περαιτέρω αύξησης ελλειμμάτων και χρέους, και είναι σημαντικό ότι τα μέτρα που έχουν προβλεφθεί από ελληνικής πλευράς «δεν επαρκούν για τη βελτίωση της βιωσιμότητας των δημοσίων οικονομικών και ως εκ τούτου πρέπει να αναθεωρηθούν». Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η ανεπαρκής μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος, το οποίο χρήζει περαιτέρω αλλαγών ώστε να καταστεί βιώσιμο και ακίνδυνο για την οικονομία γενικότερα. Ετσι, εγκλωβισμένη μεταξύ «αισιόδοξων» στόχων, «ακατάλληλων» πολιτικών και «ανεπαρκών» μεταρρυθμίσεων, η ελληνική οικονομία βαδίζει με αβέβαια βήματα προς το επίσης αβέβαιο μέλλον της...
ΣXETIKA ΘEMATA
|