|
Πολυτεχνείο και λογοτεχνία
Tου Παντελη Μπουκαλα
Δεν έμεινε έξω από τις σελίδες της ελληνικής λογοτεχνίας το Πολυτεχνείο και η εξέγερσή του. Αλλά δεν τη σφράγισε. Και η ποίηση και η πεζογραφία δοκίμασαν να ιστορήσουν το τριήμερο, να αναδείξουν τα αισθήματα που οδήγησαν ώς αυτό και τα νοήματα με τα οποία το ίδιο προίκισε την έκτοτε ελληνική ιστορία. Τουλάχιστον εβδομήντα ποιητές και 35 πεζογράφοι (κείμενα των περισσότερων ανθολόγησε προ τριετίας ο Ηλίας Γκρης στο βιβλίο του «Το μελάνι φωνάζει. Η 17η Νοεμβρίου στη λογοτεχνία»), αλλά και αρκετοί «αφανείς» και «ανώνυμοι», από αυτούς που αναρτούσαν πινακίδες με τους στίχους τους στα κάγκελα του Πολυτεχνείου τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, κατέθεσαν γραπτή τη συγκίνησή τους. Δεν ήταν όμως πολλές οι περιπτώσεις όπου οι τυπωμένες λέξεις κατόρθωσαν να τιμήσουν την αγαθή πρόθεση του γράφοντος και τη συγκίνησή του (αυθεντική ή, ενίοτε, λογοτεχνικής και μόνο καταγωγής). Σε πολλές δοκιμές, και ειδικότερα στην ποίηση, ο τρόπος του εγκωμίου (είτε ως αίνο εννοήσουμε το εγκώμιο είτε ως επιτάφιο επίγραμμα) εξαντλήθηκε στη ρητορική. Ανέντακτο και αδέσποτο το Πολυτεχνείο, δεν χώρεσε στην πληρότητά του στις παραγράφους της λογοτεχνίας (ενώ βέβαια δεν έλειψαν ποτέ, και δεν θα λείψουν, όσοι επιχειρούν να το εκτοπίσουν και από τις παραγράφους της Ιστορίας και της ιστοριογραφίας, περιδεείς μπροστά στο ποικιλότροπα ανατρεπτικό του μήνυμα). Και συμφωνεί εδώ κανείς με όσα έγραφε για τη λειψή λογοτεχνική δεξίωση της εξέγερσης ο Δ.Ν. Μαρωνίτης τέτοιες μέρες, τρία χρόνια πριν, στο «Βήμα»: «Καλύτερα ίσως έτσι, για να μείνει η έξοδος πραγματική εξαίρεση, τόσο ως πράξη όσο και ως λόγος. Πράγμα που σημαίνει πως αντιστέκεται από μόνη της: υπερασπίζεται ακόμη το δικό της εδώ και το δικό της τώρα απέναντι στο δικό μας εκεί και στο δικό μας τότε». Δεν είναι πάντως παράδοξη ούτε καινοφανής η σιωπή της λογοτεχνίας ή ο εμποδισμένος, αμήχανος ή λειψός λόγος της μπροστά στα ορόσημα της Ιστορίας. Αν κινηθούμε ανάποδα στις δεκαετίες και τους αιώνες, θα διαπιστώσουμε ότι οι κορυφαίες στιγμές, όπου θριαμβεύει το «εμείς», σπάνια βρήκαν ισοϋψή ανταπόκριση στη λογοτεχνία, σαφώς αποτελεσματικότερη στην αφήγηση προσωπικών περιπετειών. Κι αν για το ’21 είμαστε ευγνώμονες στον Διονύσιο Σολωμό και τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» του, που έμειναν ωστόσο στα «Σχεδιάσματα», για το ’40 δύσκολα θα βρισκόταν το λογοτεχνικό έργο-σφραγίδα (ερεθιστικότερος άλλωστε αποδείχθηκε ο εμφύλιος). Αλλά και από τα σωζόμενα δράματα των τριών τραγικών, όσο θυμάμαι, μόνο οι «Πέρσες» του Αισχύλου αντλούν από την Ιστορία και όχι από το μύθο.
|