|
Τους παρέσυρε το ρεύμα...
Tης Ελλης Τριανταφυλλου
Κάποτε, ήταν το όνειρο πολλών νεαρών δημοσιογράφων. Να περάσουν από το ρεπορτάζ διαφόρων υπουργείων, κι αφού αποκτήσουν μία συνολική εικόνα για τη διοίκηση, να γίνουν πολιτικοί συντάκτες. Να συνομιλούν καθημερινά με προβεβλημένα στελέχη κυβερνήσεων και κομμάτων, να αναλύουν τις τάσεις του εκλογικού σώματος, να προβλέπουν τις πολιτικές εξελίξεις. Δεν είχαν άδικο. Εχει την αίσθηση της δύναμης και την ψευδαίσθηση της εξουσίας. Για την ακρίβεια, είχε την αίσθηση της δύναμης και την ψευδαίσθηση της εξουσίας. Είχε και προνόμια που έτρεφαν το εγώ και καμιά φορά απέβαιναν και χρήσιμα για το κοινωνικό σύνολο. Ποιος παλιός πολιτικός συντάκτης δεν έχει να θυμάται ότι δεν βρήκε γρηγορότερα από τον βουλευτή της περιφέρειας του κρεβάτι σε εντατική για έναν συντοπίτη που είχε έκτακτη ανάγκη ή δεν κατάφερε να διορίσει τον ανιψιό της παντοπώλισσας στο τοπικό Ταχυδρομείο, υποσκελίζοντας άλλους υποψηφίους που υποτίθεται ότι είχαν και πολιτικά βύσματα. Σχεδόν κανείς. Γι’ αυτό και ήταν πόλοι έλξης στις κοινωνικές συναθροίσεις. Ακόμη και ο πιο απολιτίκ μιας παρέας ήθελε να μάθει από πρώτο χέρι τις προβλέψεις ή και τα κουτσομπολιά. Μόνο που τότε, ήταν οφθαλμοφανής και ουσιαστική η διάκριση των ρόλων. Οι δημοσιογράφοι -πλην ελαχίστων εξαιρέσεων- προασπίζονταν το μέσο στο οποίο εργάζονταν, και οι πολιτικοί το αξίωμά τους. Τώρα, τα πράγματα άλλαξαν. Οι πολιτικοί συντάκτες εξακολουθούν να έλκουν το ενδιαφέρον της ομήγυρης, αλλά μαζί με αυτό εισπράττουν και τη χλεύη για το κατάντημα της πολιτικής, για τη γενικευμένη παρακμή και για την αίσθηση της ματαιότητας. Είναι οι συνδετικοί κρίκοι και δικαίως το πληρώνουν. Απολογούνται για την ισοπέδωση αρχών και αξιών, για την αναποτελεσματικότητα του κράτους, για την διάβρωση του κρατικού μηχανισμού και εγκαλούνται για το αυθαίρετο και τα ομόλογα. Εισπράττουν την οργή και την αγανάκτηση του κόσμου, γιατί στο μυαλό αυτού του κόσμου αποτελούν μέρος του συστήματος και μάλιστα αναπόσπαστο. Εχει δίκιο ο κόσμος; Mάλλον ναι. Σε έναν βαθμό τουλάχιστον. Είναι αλήθεια ότι συχνά οι δημοσιογράφοι ξέρουν περισσότερα απ’ όσα γράφουν ή λένε και ότι ερευνούν λιγότερο απ’ ό,τι φαίνεται. Είναι αλήθεια, επίσης ότι πολύ συχνά «αυτοδιαχειρίζονται» την πληροφορία κατά τρόπο που να συμπλέει με τις γενικές, έστω, αρχές του μέσου στο οποίο εργάζονται. Το κρίσιμο ερώτημα είναι το κίνητρο του καθενός. Στην αθώα του εκδοχή, το κίνητρο των -θέλω να πιστεύω- περισσοτέρων είναι το ένστικτο επαγγελματικής αυτοσυντήρησης, αλλά με όρους προσωπικής αξιοπρέπειας. Στην άλλη εκδοχή, το κίνητρο είναι ταυτισμένο με τα συμφέροντα του «συστήματος» το οποίο συναποτελούν. Σ’ αυτούς τους γκρίζους καιρούς, οι πρώτοι φεύγουν κάθε μέρα από τη δουλειά τους με την ψυχή μαυρισμένη και το μυαλό γεμάτο από τις τοξίνες του πολιτικού περιβάλλοντος. Οι δεύτεροι κυριολεκτικά τρέφονται και ανθίζουν, αφού όσο πιο πνιγηρό γίνεται το τοπίο, τόσο πιο ισχυρός καθίσταται ο ρόλος -και τα συμφέροντα- που εκπροσωπούν.
|