|
Αν-Ορθόδοξη πολιτικοποίηση
Tου Νικου Χρυσολωρα
Ο κίνδυνος «επηρεασμού πολιτικών προσώπων, υπουργών και υφυπουργών, καθώς και ανώτερων κρατικών λειτουργών και υπαλλήλων», τον οποίο επικαλέστηκε η εφέτης ειδική ανακρίτρια που ερευνά την υπόθεση Βατοπεδίου, στο σκεπτικό της για την προφυλάκιση του ηγουμένου κ. Εφραίμ Κουτσού, ανέδειξε για μία ακόμη φορά το ζήτημα της πολιτικοποίησης της Ορθόδοξης Εκκλησίας και του εναγκαλισμού της με το κράτος. Ορισμένοι υποστηρίζουν πως η υπόθεση αποδεικνύει πόσο επιζήμια είναι η δραστηριοποίηση της Ορθοδοξίας σε πεδία πέραν εκείνου της «σωτηρίας των ψυχών». Η άποψη αυτή παραγνωρίζει το γεγονός ότι η πολιτικοποίηση της Εκκλησίας δεν είναι κάποια ελληνική ιδιοσυγκρασία, ούτε αποτέλεσμα της «παρωχημένης» μας κουλτούρας. Εκτός εάν δεχθεί κάποιος τον θρησκευτικό ορισμό περί μεταφυσικού οργανισμού, τότε δεν μπορεί παρά να αναγνωρίσει ότι όλες οι Εκκλησίες είναι κοινωνικοί θεσμοί με ιδεολογικές θέσεις και ιδιαίτερα συμφέροντα (συμπεριλαμβανομένων και οικονομικών) και, ως εκ τούτου, μάχονται για την ισχυροποίησή τους μέσα σ’ ένα συγκεκριμένο πολιτικό πλαίσιο, προωθώντας τις απόψεις τους για το κοινωνικό γίγνεσθαι και προασπίζοντας τα κεκτημένα τους. Απόδειξη επ’ αυτού είναι και το γεγονός ότι πουθενά στον κόσμο δεν υπάρχει απολιτική εκκλησία. Μικρές και μεγάλες, μονοθεϊστικές και μη, όλες οι οργανωμένες θρησκείες εκφράζουν μεταξύ άλλων και πολιτικές θέσεις, υποστηρίζουν κόμματα, αντιπολιτεύονται άλλα και αποπειρώνται να προσεταιριστούν κυβερνήσεις. Ακόμη και ο θιβετιανός μοναχισμός δεν απέχει από πολιτικές συγκρούσεις. Η ελλαδική ορθοδοξία και η Αθωνική Πολιτεία δεν θα μπορούσαν βέβαια να εξαιρεθούν απ’ αυτόν τον κανόνα. Το ζήτημα είναι, λοιπόν, εάν οι «επίγειες» πολιτικές και οικονομικές επιδιώξεις της Εκκλησίας ή μιας μονής, ή ενός ιερέα, είναι σύννομες και αποδεκτές για ένα δημοκρατικό κράτος, και όχι εάν δικαιούνται να έχουν γενικώς τέτοιες επιδιώξεις ή αν προδίδουν το θέλημα του Υψίστου με τις δραστηριότητές τους, το οποίο άλλωστε ουδείς γνωρίζει. Ακόμη πιο απατηλή είναι η άποψη πως, εάν επέλθει ο χωρισμός Κράτους και Εκκλησίας, τότε ως διά μαγείας θα μειωθεί και η επιρροή της θρησκείας στην ελληνική κοινωνία. Είναι τόσο προφανές ότι χωρισμός Κράτους και Εκκλησίας δεν μείωσε σχεδόν πουθενά την πολιτική της επιρροή, ώστε περιττεύει να υπενθυμίσουμε ότι το μεγαλύτερο επικοινωνιακό εμπόδιο στην εκλογή του Μπαράκ Ομπάμα στην προεδρία των ΗΠΑ ήταν ο ιδιόρρυθμος ιερέας και πνευματικός του, και να αναλύσουμε τα σχετικά παραδείγματα περιπτώσεων όπου «κοσμικά» κράτη όπως η Αμερική αναδεικνύονται σε επίγειους παραδείσους για τον θρησκευόμενο ζηλωτή, σε αντίθεση με άλλα «χριστιανικά» κράτη (Βρετανία), όπου η ανεξιθρησκία προστατεύεται απολύτως. Βέβαια, στην περίπτωση της Ελλάδας, σε αντίθεση με εκείνη της Βρετανίας, ο χωρισμός είναι απαραίτητος, καθώς το υπάρχον σουρεαλιστικό θεσμικό πλαίσιο δεν διασφαλίζει την ίση μεταχείριση των θρησκειών. Παρ’ όλα αυτά, θα ήταν αφελές να περιμένουμε ότι την επομένη της συνταγματικής μεταρρύθμισης οι ιερείς, οι μονές και η Εκκλησία θα αποσυρθούν από τις εγκόσμιες διεκδικήσεις τους και θα αφιερωθούν ψυχή τε και σώματι στην προσευχή. Στην καλύτερη περίπτωση, πιθανώς να απαλλαγούμε από ορισμένα αμφιβόλου αισθητικής ειδωλολατρικά έθιμα, όπως αυτό της απόδοσης τιμών σε θαυματουργές εικόνες από στρατιωτικά αγήματα. Αφού λοιπόν η Εκκλησία «δικαιούται διά να ομιλεί» και να δραστηριοποιείται στον κόσμο τούτο και όχι μόνο στο επέκεινα, τότε συνάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι και για τις πράξεις της θα κρίνεται από τους πολίτες (πιστούς και απίστους) και τους θεσμούς, σύμφωνα με τους κοσμικούς κανόνες και χωρίς καμία διάκριση. Όταν προσπαθεί να παρακάμψει τους θεσμούς διά της πλαγίας -και τόσο ελληνικής- οδού των γνωριμιών, θα πρέπει να διώκεται, όπως και ο καθένας από εμάς σε αντίστοιχη περίπτωση. Στο πλαίσιο αυτό, οι επικλήσεις ιερών δικαιωμάτων, θείου δικαίου, εκκλησιαστικών παραδόσεων, καθαρής συνείδησης έναντι του Θεού κ.λπ., όχι μόνο δεν έχουν καμία αξία. Είναι και προκλητικές υπεκφυγές...
|