|
Η δολοφονία μιας άφοβης και σύγχρονης πολιτικού
Tου David Ignatius - Aρθρογράφου της Washington Post
Προσπαθήστε με τη φαντασία σας να δείτε μια νεαρή Πακιστανή να ορμά στην αίθουσα Τύπου του Χάρβαρντ στις αρχές της δεκαετίας του ’70 και να διηγείται ιστορίες για τις αθλητικές ομάδες του πανεπιστημίου με το πάθος ενός ελεύθερου ρεπόρτερ. Ετσι πρωτοείδαμε την Μπεναζίρ Μπούτο. Ιδέα δεν είχαμε ότι επρόκειτο για κόρη πολιτικής δυναστείας του Πακιστάν. Hταν τόσο βιαστική να προλάβει το μέλλον, που δεν είχε χρόνο να κάνει επίδειξη για το παρελθόν. Είδα τη χειμαρρώδη αυτή γυναίκα πολλές φορές τα επόμενα χρόνια και πάντα μου άφηνε την αίσθηση ενός παρορμητικού ατόμου, έτοιμου να αγκαλιάσει ό,τι ήταν καινούργιο, για δικό της λογαριασμό αλλά και για το έθνος της. Θυμάμαι που κάποτε τη συνάντησα στην Οξφόρδη να ταράζει τα ήσυχα νερά της αξιοσέβαστης αλλά κάπως κοιμισμένης Ενωσης της Οξφόρδης, της οποίας τότε ήταν πρόεδρος. Φορούσε το κλασικό μπλουζάκι των Ρόλινγκ Στόουνς, εκείνο με την προτεταμένη γλώσσα, και σκέφτηκα ότι η πολιτική στο Πακιστάν δεν θα είναι ποτέ ξανά η ίδια όταν αυτή θα επιστρέψει. Στα κατοπινά χρόνια την έβλεπα κατά καιρούς στις επισκέψεις της στην Ουάσιγκτον. Είχε ενδυθεί τον οικογενειακό μανδύα του πολιτικού ηγέτη και στα 35 της χρόνια είχε γίνει πρωθυπουργός. Η εξωτερική της εμφάνιση είχε αλλάξει, καθώς ωρίμαζε φορούσε μανδήλα και παραδοσιακά φορέματα. Ομως, εσωτερικά δεν είχε αλλάξει, το πάθος της για αλλαγή ήταν το ίδιο. Η Μπούτο ήταν άφοβη, από τα φοιτητικά της χρόνια στην Αμερική μέχρι την απάνθρωπη δολοφονία της την Πέμπτη. Πίστευε στη δημοκρατία, στην ελευθερία και στην ελεύθερη ανοιχτή σκέψη, όχι σαν όλα αυτά να ήταν σλόγκαν, αλλά τρόπος ζωής. Δεν ήταν τέλεια. Οι κατηγορίες για διαφθορά στη δεύτερη πρωθυπουργική θητεία της ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Η δική της φωνή όμως ακουγόταν πιο δυνατά από κάθε άλλου Πακιστανού όταν μιλούσε για την ελευθερία, την ανεκτικότητα και την αλλαγή. Οποιοσδήποτε άλλος, όχι τόσο αποφασισμένος, θα είχε κάνει πίσω όταν οι συντηρητικοί μουσουλμάνοι εχθροί της προσπάθησαν να την σκοτώσουν μόλις επέστρεψε στο Πακιστάν τον περασμένο Οκτώβριο. Η Μπούτο όμως είχε διαβεί τα σύνορα του φόβου πολύ καιρό πριν. Παρά την ανατροφή και την καλλιέργειά της, αντιμετώπιζε ορμητικά και κατά πρόσωπο τη ζωή. Ο πατέρας της και δύο από τα αδέλφια της έδωσαν τη ζωή τους για ένα όραμα, για μία χώρα όπου το Ισλάμ και ο σύγχρονος κόσμος συνυπήρχαν. Ο μόνος πραγματικός φόβος της ήταν, νομίζω, μήπως αποτύχει στην αποστολή της. Η δολοφονία της είναι, όπως το είπε και ο πρόεδρος Μπους την Πέμπτη, «πράξη δειλίας». Είναι πράξη χαρακτηριστική της πολιτικής των δολοφονιών – ενός φαινομένου που εκτείνεται από τον Λίβανο και το Ιράκ έως το Πακιστάν. Για όσους με το πέρασμα του χρόνου γίνονται επιλήσμονες, η δολοφονία της Μπούτο είναι μια καλή υπόμνηση του μουσουλμανικού εξτρεμισμού που σφράγισε την 11η Σεπτεμβρίου του 2001. Εγινε στόχος των δολοφόνων της επειδή ήταν σύγχρονη, φιλελεύθερη και άφοβη. Η άμεση αντίδραση στη δολοφονία της είναι η ενστικτώδης οργή πολλών ανθρώπων, στραμμένη στον πολιτικό της αντίπαλο, τον πρόεδρο Περβέζ Μουσάραφ. Το σωστό είναι να περιμένουμε να μάθουμε τα συμβάντα. Πιστεύω όμως ότι θα είναι σφάλμα να κατηγορηθεί ο Μουσάραφ. Πολέμησε και αυτός τους ίδιους εξτρεμιστές που φαίνεται να στέρησαν από την Μπούτο τη ζωή της. Κι αυτός αντιμετώπισε εννέα απόπειρες δολοφονίας, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του CNN. Ενας λόγος που εξόργισε την Μπούτο και τους φιλελεύθερους οπαδούς της ήταν η εμμονή του στο ότι η πολιτική πραγματικότητα στο Πακιστάν είναι τόσο βίαιη, άστατη και ευμετάβλητη, ώστε τον έλεγχο πρέπει να έχει σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης ο στρατός. Ο θάνατος της Μπούτο αποδεικνύει με τον πιο σκληρό τρόπο πόσο δύσκολα οι ξένοι μπορούν να αντιληφθούν μια χώρα σαν το Πακιστάν. Η κυβέρνηση Μπους επιχείρησε κάτι σαν «πολιτική μηχανική», όταν ενθάρρυνε τη συμμαχία μεταξύ του Μουσάραφ και της Μπούτο, όταν προσπάθησε να την επιβάλει ως επόμενη πρωθυπουργό. Τα γεγονότα της Πέμπτης είναι μια ακόμη υπόμνηση, θυμίζουν ότι η διεθνής πολιτική δεν είναι είδος που ευδοκιμεί στο νησί του Πρόσπερου, όπου το αποτέλεσμα είναι πάντα το επιθυμητό. Σε χώρες όπως το Πακιστάν, όπου ποτέ κανείς δεν είναι βέβαιος για το πού πάνε τα πράγματα, η μόνη σώφρων τακτική για τις ΗΠΑ είναι η σωστή αντίληψη των αμερικανικών συμφερόντων και η προστασία τους. Οι Πακιστανοί είναι αυτοί που θα αποφασίσουν πότε και εάν η χώρα θα εναρμονιστεί με τον σύγχρονο κόσμο. Νομίζω ότι η Μπούτο είχε δίκιο για το μέλλον, η σταθερότητα στο Πακιστάν προϋποθέτει τις μεταρρυθμίσεις που αυτή είχε επαγγελθεί. Ο Μουσάραφ και ο στρατός προσπάθησαν να κυβερνήσουν από σαθρή και στενή βάση. Αυτό ήταν το λάθος τους, αυτή η αδυναμία τους. Η δολοφονία της γενναίας αυτής γυναίκας δεν είναι λοιπόν παρά μία ακόμη προειδοποίηση ότι η πορεία προς το σύγχρονο Πακιστάν που αυτή οραματιζόταν, δεν θα είναι εύκολη. Ο φόρος τιμής που αρμόζει στην Μπούτο και τη μνήμη της, το καλύτερο μνημείο και ταυτόχρονα η σωστή μετάβαση του ταραγμένου έθνους, είναι η ομαλή διεξαγωγή των εκλογών, που είχαν οριστεί τον Ιανουάριο. Η Μπούτο δεν φοβόταν την ταραχώδη και συχνά θανατερή διαδικασία της αλλαγής. Δεν πρέπει λοιπόν να τη φοβάται κανείς άλλος.
|