|
Κινδυνεύουμε να εξελιχθούμε σε έθνος κομπλεξικών
Tου Στεφανου Κασιματη / kassimatis@kathimerini.gr
Ονόματα και διευθύνσεις είναι καλύτερα να τα αποφύγω, ώστε να μπορώ να μιλήσω ελεύθερα –δηλαδή, χωρίς να επικρέμαται της κεφαλής μου ο πέλεκυς του... παραδικαστικού. Λοιπόν, σήμερα, με αφορμή τα πρόσφατα κρούσματα αντισημιτισμού, έχω τη διάθεση να καταπιαστώ με το ζήτημα (σωστότερα, το πρόβλημα) της εθνικής ιδεολογίας μας? και θα ξεκινήσω με την περίπτωση μιας βουλευτίνας, η οποία στις εκλογές του 2009 διεκδίκησε την επανεκλογή της σε περιφέρεια της ενδόξου ελληνικής επαρχίας. Η κυρία αυτή ξύπνησε μια ωραία πρωία, για να ανακαλύψει ότι στα περισσότερα χωριά της εκλογικής περιφερείας της είχε διανεμηθεί μια φωτογραφία –προϊόν άτεχνου φωτομοντάζ– που παρουσίαζε τη μορφή της με τις χαρακτηριστικές κοτσίδες και το καπέλο των ορθόδοξων Εβραίων. Αιτία της πράξης ήταν ο αδυσώπητος εσωκομματικός ανταγωνισμός. (Το φωτομοντάζ ήταν έργο του τοπικού νομάρχη, που ανήκε στο ίδιο κόμμα με την υποψηφία.) Αφορμή, ότι, στο πλαίσιο των επαγγελματικών δραστηριοτήτων της, η υποψηφία είχε ασχοληθεί στο παρελθόν με την ιστορία των εβραϊκών κοινοτήτων στην Ελλάδα. Ομως το έδαφος που επέτρεψε την πραγματοποίηση της πράξης ήταν –και είναι– ο υφέρπων αντισημιτισμός μας. Οφείλω, βέβαια, να πω ότι, τελικώς, η εν λόγω κυρία εξελέγη, παρά την προβοκάτσια των εσωκομματικών αντιπάλων της. Ωστόσο, καμία εφημερίδα πανελλήνιας κυκλοφορίας δεν το έγραψε και ουδείς αισθάνθηκε αρκετά προσβεβλημένος ώστε να το καταγγείλει δημοσίως. Τηρουμένων των αναλογιών, το ίδιο συνέβη και με την πρόσφατη απόπειρα εμπρησμού της Συναγωγής των Χανίων, την δεύτερη απόπειρα σε διάστημα μικρότερο των δύο εβδομάδων. Χλιαρές αντιδράσεις από τους βουλευτές (κι αυτές με το τσιγκέλι...), αδιαφορία από τους τοπικούς παράγοντες και μόνον ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης είχε το θάρρος να καταδικάσει με δήλωσή του το γεγονός. Είχε προηγηθεί, μερικούς μήνες νωρίτερα, ο βανδαλισμός του εβραϊκού νεκροταφείου των Ιωαννίνων – δεν ήταν μάλιστα η πρώτη φορά. Και πάλι οι αντιδράσεις ήταν στα όρια μεταξύ απροθυμίας και τυπικής υποχρέωσης. Θυμίζω επίσης ότι, την περασμένη άνοιξη, αρνητής του Ολοκαυτώματος αθωώθηκε από το Εφετείο για ένα βιβλίο του, όπου οι Ισραηλίτες αναφέρονται ως «υπάνθρωποι», επειδή οι δικαστές έκριναν τις απόψεις του... «επιστημονικές»! Πώς είναι δυνατόν; Γιατί να μην είναι, όταν Μητροπόλεις της Εκκλησίας της Ελλάδος τυπώνουν κείμενα, αποδιδόμενα στον Κοσμά τον Αιτωλό, που κηρύττουν το μίσος κατά των Εβραίων; Εκεί μπορείτε να διαβάσετε, λ.χ., πως οι Εβραίοι γιορτάζουν πίνοντας το αίμα χριστιανόπουλων, πώς κρατούν για τους εαυτούς το μπροστινό μέρος του αρνιού, ενώ το πίσω το πωλούν στους Χριστιανούς, αφού προηγουμένως ουρήσουν εντός του και άλλα εξίσου παρανοϊκά. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα του υποδόριου αντισημιτισμού μας είναι στην περίπτωση της Θεσσαλονίκης. Κάθε πολιτικάντης που σέβεται τον εαυτό του φροντίζει –εφόσον το απαιτεί η πολιτική ορθότης– να καταδικάζει την εξόντωση της κάποτε ακμαίας εβραϊκής κοινότητας της πόλης. Δεν έχω ακούσει κανέναν όμως να προσπαθεί να εξηγήσει γιατί εμείς –όχι οι Ναζί– εξαφανίσαμε το εβραϊκό νεκροταφείο της πόλης (ίσως το μεγαλύτερο της Ευρώπης) και χτίσαμε από πάνω τα κτίρια του Αριστοτελείου! Εδώ ακριβώς είναι το σημείο, όπου αντισημιτισμός και εθνική ιδεολογία συναντώνται. Σύμφωνοι, ήταν αποτρόπαιο αυτό που έκαναν οι Ναζί – όλοι το ομολογούμε. Ομως το αποτέλεσμα –ότι οι Εβραίοι έφυγαν από τη μέση– μας βόλεψε. Γιατί έτσι ολοκληρώσαμε τον εξελληνισμό της Θεσσαλονίκης: Της πόλης του Μεγάλου Αλεξάνδρου, όπως την αποκαλούν οι ανιστόρητοι, αγνοώντας ότι ιδρύθηκε πολλά χρόνια μετά τον θάνατό του. Μάλιστα, για να είμαστε και τυπικά εντάξει, μισόν αιώνα αργότερα φτιάξαμε και ένα μνημείο του Ολοκαυτώματος, αφού όμως ισοπεδώσαμε κάθε ίχνος του πλούσιου εβραϊκού παρελθόντος. Η βαθύτερη αιτία του αντισημιτισμού μας νομίζω ότι πρέπει να αναζητηθεί στην παρωχημένη εθνική ιδεολογία μας. Στο σύνολο των αντιλήψεων, δηλαδή, για την ταυτότητά μας ως Ελληνες. Το ιδεολόγημα της αδιάσπαστης συνέχειας του Ελληνισμού ήταν χρήσιμο και αποτελεσματικό στον αιώνα της δημιουργίας των εθνών–κρατών. Σήμερα, όμως, η προσκόλλησή μας σε αντιλήψεις τις οποίες κανείς δεν συζητεί σοβαρά (εκτός από κάποιους γραφικούς της μεταμεσονύκτιας ζώνης στην τηλεόραση...) αποτελεί εμπόδιο τόσο για την κατανόηση του εαυτού μας, της ιστορίας μας και των επιτευγμάτων μας όσο και για την κατανόηση των άλλων. Αντιδρούμε υστερικά σε κάθε απόπειρα εισαγωγής στην Παιδεία της μελέτης του τρόπου με τον οποίον δημιουργήθηκαν τα έθνη (συνέβη προσφάτως με την περίπτωση της Θάλειας Δραγώνα) και αγκιστρωνόμαστε στην βεβαιότητα της ιστορικής μοναδικότητάς μας. Σε αυτή τη στάση εντοπίζονται οι ρίζες νοοτροπιών και πεποιθήσεων, οι οποίες διαχέουν ένα αίσθημα μειονεξίας: Ποτέ δεν φταίμε εμείς? μονίμως μας επιβουλεύονται οι ξένες δυνάμεις? θα μεγαλουργούσαμε αν δεν μας περιτριγύριζαν εχθροί κ.λπ. Ετσι καταλήγουμε να κραυγάζουμε ρυθμικά το όνομα του Κεντέρη, ενώ γνωρίζουμε ότι είχε τη φωλιά του λερωμένη. Ετσι καταλήγουμε να ακούμε χωρίς ενόχληση (για να μην πω με ικανοποίηση...) ιεράρχες της Εκκλησίας να αρνούνται την απόδοση της ελληνικής ιθαγενείας σε αλλογενείς, επειδή «ο ελληνικός λαός είναι Γένος και η έννοια του Γένους είναι σύμφυτη με το δίκαιον το αίματος». (Blut und Boden, mein Fuehrer!) Ετσι επίσης καταλήγουμε να αντιλαμβανόμαστε τις ανθρωπιστικές αξίες, λ.χ. τον σεβασμό της αξιοπρέπειας του άλλου, ως ζητήματα ποσότητας και όχι ουσίας. Και τι έγινε, λοιπόν, αν καεί η Συναγωγή των Οβρηών; Ελα τώρα, μωρέ! Δεν είναι δα και πολλοί από αυτούς τριγύρω και, επιπλέον, δεν τολμούν να μιλήσουν. Επομένως, γιατί να εκθέσουμε τον Ελληνισμό, προβάλλοντας με τις καταγγελίες μας τους εμπρησμούς; Δεν βαριέσαι! Κάπως έτσι όμως, πολύ φοβάμαι ότι κινδυνεύουμε να εξελιχθούμε σε ένα έθνος κομπλεξικών...
|