|
Το «φαινόμενο Αθήνα»
Tης Μαριας Κατσουνακη
Τους τελευταίους μήνες, τρία «νέα» κτίρια πολιτισμού παραδόθηκαν στην καθημερινότητα της πόλης. Ισως όχι ακριβώς νέα (εξ ου και τα εισαγωγικά) μιας και το Μουσείο της Ακρόπολης, έως ότου εγκαινιαστεί, μας συντρόφευε για τουλάχιστον δύο δεκαετίες, το Εθνικό Θέατρο είναι η εντυπωσιακή αποκατάσταση και σύγχρονη προέκταση του αρχιτεκτονήματος του Τσίλερ, η δε Ταινιοθήκη της Ελλάδος στεγάστηκε σε ένα μεταπολεμικό συνεργείο αυτοκινήτων που λειτουργούσε στο δώμα του και ως θερινός κινηματογράφος (από το 1948 έως το 1975), στη «Λαΐδα», πλήρως, πλέον, μεταμορφωμένη. Οι αντίστοιχες περιοχές, Μακρυγιάννη, Αγίου Κωνσταντίνου και Ιερά Οδός (στο ύψος του Κεραμεικού), αναβαθμίζονται, αλλάζουν όψη ή μήπως βρίσκονται σε μεταβατική περίοδο; Καμία απάντηση δεν θα ήταν ακριβής. Η πρώτη, γιατί δεν είναι ορατή, η δεύτερη, γιατί ανήκει στη σφαίρα της επιθυμίας και η τρίτη, γιατί είναι ασαφής. Πόσο έτοιμη και πόσο πρόθυμη είναι η Αθήνα να υποδεχτεί τρεις χώρους πολιτισμού, δεν κρίνεται μόνο από την προσέλευση. Γιατί τότε, η Πειραιώς, με το Μουσείο Μπενάκη, το Φεστιβάλ να έχει δώσει το φιλί της ζωής στον αριθμό 260, το Ιδρυμα Μείζονος Ελληνισμού ακριβώς δίπλα, το «Σχολείο» πιο χαμηλά και το νεοαποκτηθέν Ιδρυμα «Μιχάλη Κακογιάννη», που θα λειτουργήσει τις ερχόμενες μέρες, θα έπρεπε να κρατάει ψηλά την πολιτιστική σημαία της πόλης. Ομως, εάν εξαιρέσει κανείς τους δυο μήνες του καλοκαιριού που το Ελληνικό Φεστιβάλ δίνει τον τόνο σε αυτόν τον οδικό άξονα των 8,5 χιλιομέτρων, τον υπόλοιπο χρόνο παραδίδεται στη μαζική ψυχαγωγία, στην επιχειρηματική χρήση, στις μεγάλες αλυσίδες και στα εμπορικά κέντρα, τα οποία καλύπτουν εκατοντάδες χιλιάδες τετραγωνικά μέτρα γης. Τι εκτόπισμα μπορεί να έχει η Ταινιοθήκη της Ελλάδος στην ατέλειωτη πίστα της Ιεράς Οδού; Κέντρα - υπερπαραγωγές, επιγραφές που βγάζουν μάτι, παρκαδόροι, απελπισμένοι οδηγοί και μπράβοι. Στη συμβολή με τη Μεγάλου Αλεξάνδρου, αφιερώματα στον πειραματικό κινηματογράφο, νέοι Ελληνες δημιουργοί, προβολές με αποκατεστημένες ταινίες – θησαυρούς της 7ης Τέχνης. Συμβολικό; Το Εθνικό Θέατρο έλαμπε την περασμένη Τετάρτη, βραδιά των εγκαινίων του. Μόνο και αποσυνάγωγο σε ένα οικοδομικό τετράγωνο που περιβάλλεται από την Αγ. Κωνσταντίνου, τη Σατωβριάνδου, τη Μενάνδρου και την Κουμουνδούρου. Εκεί, λίγο πιο κάτω από την Ομόνοια, στα σύνορα μιας άλλης πόλης, που περιθωριοποιήθηκε μπροστά στα μάτια μας με την ανοχή της δημοτικής Αρχής και της Πολιτείας. Οταν πριν από μερικούς μήνες το νέο Μουσείο της Ακρόπολης υποδέχτηκε επίσημους και πρώτους επισκέπτες, η κίνηση στη γύρω περιοχή ήταν ήδη επιβαρυμένη. Τώρα ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου, καθηγητής, Δημήτρης Παντερμαλής, ζητάει βοήθεια («Κ», 11/10). Τα τουριστικά λεωφορεία και τα αυτοκίνητα δημιουργούν οδυνηρά μποτιλιαρίσματα, η πεζοδρόμηση της Διονυσίου Αρεοπαγίτου - Απ. Παύλου έγινε χωρίς πρόβλεψη για χώρους στάθμευσης, με ορατά επιδεινούμενες συνέπειες. Τώρα, ας διαβάσουμε το τρίπτυχο Μουσείο - Ταινιοθήκη - Εθνικό, από την αισιόδοξη, φωτεινή πλευρά. Πώς το Μπιλμπάο, από μια πόλη που παρήκμαζε, μεταμορφώθηκε με το Μουσείο Γκουγκενχάιμ διά χειρός Φρανκ Γκέρι; Με τόλμη, έμπνευση και πολιτική βούληση, ο πηλός έγινε χρυσάφι. Γεννήθηκε το «φαινόμενο Μπιλμπάο». Ενα αρχιτεκτόνημα – έκθεμα επαναπροσδιόρισε τη ζωή των κατοίκων, τους έκανε υπερήφανους για τον τόπο τους. Γιατί, όμως, η Αθήνα του Τσουμί, του Καλατράβα, του Ρέντσο Πιάνο, αλλά και των ελληνικών υπογραφών που πληθαίνουν, δεν μας κάνει πιο χαμογελαστούς, καλαίσθητους, ανοιχτόκαρδους, λιγότερο κακότροπους, επιθετικούς και βίαιους; Τι στο καλό μπλοκάρει σε αυτό το μαγικό ραβδί και η κολοκύθα δεν γίνεται χρυσοποίκιλτη άμαξα; Αν η αρχιτεκτονική απαντάει στο ερώτημα «πώς πρέπει να ζούμε», στην Αθήνα, η συνεχής υποχώρηση του Δημόσιου υπέρ του ιδιωτικού συμφέροντος έχει θέσει τους δικούς της κανόνες. Αναρχους –αυθαίρετους για την ακρίβεια– με τους αρεστούς να στήνουν τα δικά τους βιλαέτια και τους άριστους να εκτοπίζονται, αν δεν χλευάζονται και ως γραφικοί. Σε μια πόλη των αντιθέσεων, των εξαιρέσεων (που ευτυχώς πυκνώνουν), των πολλαπλών ρήξεων, της αβίωτης καθημερινότητας και της κλεφτής διαφυγής (που ευτυχώς πυκνώνει και αυτή), καλούμαστε να ζήσουμε. Να τρυπώνουμε με βαθιά ανακούφιση σε ένα ήσυχο, συμφιλιωμένο με το χρόνο περιβάλλον. Και ας μην ξεχνάμε: τα κτίρια με τις χρήσεις τους υπάρχουν όταν μιλάμε γι’ αυτά. Εν σιωπή, αφήνουμε χώρο στη βαρβαρότητα. Στην απόλυτη κηδεμονία της ασχήμιας, του ανεξέλεγκτου θορύβου.
|