|
Η μητέρα μου λείπει για δουλειά στη Γερμανία
Γιαννης Nατσης
Την Κατερίνα Γκουλιώνη δεν την συνάντησα ποτέ. Νιώθω όμως ότι τη γνώρισα μέσα από τα λόγια και τις εικόνες που μου μετέφερε η μοναχοκόρη της Ειρήνη, που με δέχτηκε λίγες μέρες μετά το θάνατο της μητέρας της στο σπίτι της οικογένειας στον Βόλο. Η Ειρήνη με έκανε να καταλάβω ότι η «Κατερίνα των φυλακών», που πέθανε σε ένα πλοίο κατά τη διάρκεια της μεταγωγής της στην Κρήτη ήταν μία σπάνια γυναίκα που έδωσε φωνή σε γυναίκες που δεν την είχαν ποτέ, στις γυναίκες κρατούμενες των ελληνικών φυλακών. Τους έμαθε να διεκδικούν τα όχι και τόσο αυτονόητα για την κοινωνία μας δικαιώματά τους. Η Ειρήνη Γκουλιώνη όχι μόνο έχει το ίδιο βλέμμα με την μητέρα της αλλά και την ίδια δύναμη να αντιμετωπίζει τα εμπόδια που της φέρνει η ζωή. Αν και μόνο 21 ετών, τελειώνει τις σπουδές της και είναι πολύτιμο στήριγμα για τη γιαγιά της, την κ. Σουλτάνα, που τη μεγάλωσε όσον καιρό η μαμά της προσπαθούσε να ξεφύγει από τα ναρκωτικά και τις φυλακές. Δεν το βάζει κάτω, διαβάζει ξανά και ξανά τη στοίβα πάνω στο γραφείο της με τα γράμματα που της έστελνε από τη φυλακή και δεν χάνει την ευκαιρία να μιλάει γι’ αυτήν. Παρά την αγάπη για τη μητέρα της, η Ειρήνη παραδέχεται ότι είχε πει σε ελάχιστους φίλους της ότι βρισκόταν στη φυλακή. «Τους έλεγα ότι βρισκόταν στη Γερμανία για δουλειά», εξηγεί και το χαμόγελο χάνεται από το πρόσωπό της. Η Ειρήνη συνειδητοποίησε από νωρίς ότι πέρα από τις δυσκολίες που θα είχε να αντιμετωπίσει μεγαλώνοντας στην πραγματικότητα χωρίς γονείς -αφού έχει χάσει και τον πατέρα της από τα ναρκωτικά- έπρεπε να προφυλαχθεί και από τον κακό εαυτό όλων μας. Εκανε τα πάντα για να αποφύγει την περιθωριοποίηση που θα συνεπαγόταν χαρακτηρισμούς, όπως «η κόρη των τοξικομανών» ή «η κόρη της φυλακισμένης». Τελικά, δεν κατόρθωσε να ξεφύγει από αυτό που φοβόταν περισσότερο. Λίγες μέρες μετά την ανακοίνωση του θανάτου της μητέρας της στις εφημερίδες, επέστρεψε στη σχολή της και κανείς δεν της μιλούσε. «Απόρησα και σκέφτηκα μάλιστα πόσο χειρότερα θα μου συμπεριφέρονταν, αν δεν είχαν γραφτεί και όλα αυτά τα θετικά πράγματα γύρω από τη μαμά μου». Η Ειρήνη δίνει από μόνη της απάντηση για τη συμπεριφορά των γύρω της: «Από όλα όσα γράφτηκαν, κράτησαν μόνο τη λέξη ναρκωτικά. Αυτό το κατάλαβα όταν μία μέρα τηλεφώνησα σε μία φίλη μου. Mου απάντησε η μητέρα της για να μου πει να μην ξανατηλεφωνήσω. Δεν ήθελε η κόρη της να κάνει παρέα μαζί μου για να μην καταλήξει σαν τη μάνα μου. Υπέθεσε μάλιστα ότι το σπίτι μου θα το παρακολουθεί η αστυνομία». Δεν κρύβει το φόβο της για τη μοναξιά, την ίδια στιγμή όμως εκνευρίζεται γιατί οι άνθρωποι δεν θέλουν να καταλάβουν ότι η μητέρα της ήταν ένας άρρωστος άνθρωπος, «που στο κάτω κάτω έκανε κακό μόνο στον εαυτό της», αλλά και μία γυναίκα που πέθανε για τα ιδανικά της. Η Ειρήνη αντιμετωπίζει και ξεπερνά τους φόβους της με τον ίδιο τρόπο που ίσως θα τους αντιμετώπιζε και η ίδια η Κατερίνα Γκουλιώνη. Παίρνει στα χέρια της ένα από τα γράμματα της φυλακής, διαβάζει φωναχτά τα λόγια της μητέρα της: «Το ξέρω πως ο κόσμος δεν αλλάζει, μεταρρυθμίζεται όμως, φτάνει να μην αδιαφορούμε». Και το πρόσωπό της φωτίζεται.
|