|
Συνομιλώντας εκ βαθέων με ένα φοιτητή
Γραφει ο Aντωνης Kαρκαγιαννης
Σας μεταφέρω μικρό μέρος συζήτησης που είχα με καθηγητή πανεπιστημίου, μέλος πρυτανικής αρχής: «Προχθές, μου είπε, είχα κατ’ ιδίαν συζήτηση με γνωστό μου φοιτητή. Γνωρίζω και την οικογένειά του, τυπική μεσοαστική οικογένεια επιστημόνων, ο πατέρας και η μητέρα, με εισόδημα αρκετά πάνω από τον μέσο όρο. Δεν τον κάλεσα στο γραφείο μου ακριβώς για να αφαιρέσω ή να μειώσω την πιθανή εντύπωση ότι ασκώ οποιαδήποτε εξουσία. Κλείσαμε συνάντηση εκτός πανεπιστημίου και του δήλωσα ευθέως και από την αρχή ότι θέλω να καταλάβω τι ακριβώς θέλει ο ίδιος και τι θέλουν και οι άλλοι φοιτητές. Σημειωτέον ότι πρωτοστατεί στις καταλήψεις και τα άλλα επεισόδια. »Δεν θα εφαρμόσουμε τον νέο νόμο - πλαίσιο, μου είπε, και ζητούμε από τις πανεπιστημιακές αρχές επίσης να μην τον εφαρμόσουν. Οπως ξέρεις, του είπα, προβλέπει έναν ορισμένο τρόπο να λαμβάνονται οι πολιτικές αποφάσεις και να παίρνουν τη μορφή του νόμου, σύμφωνα με τον δημοκρατικό κανόνα, όπου η πλειοψηφία αποφασίζει και η μειοψηφία κρίνει και ελέγχει. Αμφισβητείς αυτές τις διαδικασίες για τις οποίες αγωνίσθηκαν γενιές και γενιές για να καθιερωθούν; »Ας μην το πάμε τόσο μακριά, μου είπε υπεκφεύγοντας. (Ο εν λόγω φοιτητής είναι ευφυέστατος, με καλή μόρφωση και μπήκε στο πανεπιστήμιο με 19 και κάτι!) Μιλάμε για τον συγκεκριμένο νόμο, ο οποίος περιορίζει τις ακαδημαϊκές και εκπαιδευτικές ελευθερίες και προσανατολίζει τα πανεπιστήμια στις ανάγκες της αγοράς και του κεφαλαίου, στις ανάγκες της εξουσίας γενικότερα. »Μα, του είπα, ένα από τα βασικά αιτήματα των φοιτητών είναι η εξασφάλιση και η εγγύηση της επαγγελματικής σταδιοδρομίας μετά το πτυχίο. Από ποιον ζητάτε αυτή την εγγύηση; Από το κράτος, μου λέει. Δηλαδή, του σημείωσα, από την κατ’ εξοχήν και την πλέον καταπιεστική εξουσία. Αλλά το κράτος δεν διαθέτει επαγγέλματα, χρησιμοποιεί και χειρίζεται ορισμένα επαγγέλματα για τις ανάγκες του. Και αυτό με την ελάχιστη δυνατή απόδοση. Επαγγέλματα διαθέτει η αγορά, όπου η άσκησή τους είναι κατ’ ανάγκη ανταγωνιστική, ώστε να έχει τη μεγαλύτερη απόδοση. Αυτός είναι ο λόγος που τα πανεπιστήμια, παντού και πάντοτε, είναι στην ουσία επαγγελματικές σχολές, όπου ο φοιτητής μαθαίνει την τέχνη για να ασκήσει κάποιο επάγγελμα. Αν θα μελετήσεις τη ζήτηση των σχολών (και τη δυσκολία πρόσβασης σ’ αυτές) θα διαπιστώσεις ότι αντιστοιχεί πλήρως στη ζήτηση της αγοράς. Εκείνο που διαφοροποιεί τον επαγγελματισμό των πανεπιστημίων είναι η επιστημονική έρευνα, που και αυτή δεν απομακρύνεται από την αγορά, αφού ουσιαστικά ορίζει το πιο δυναμικό στοιχείο της αγοράς, τη νεωτερικότητα. Θα θεωρούσα, συνεπώς, βασικό αίτημα των φοιτητών την άμεση παρεμβολή της επιστημονικής έρευνας στην εκπαιδευτική διαδικασία, όπως συμβαίνει σε πολλά ξένα πανεπιστήμια. Τέτοιο αίτημα δεν έχει διατυπωθεί. Θα έλεγα ότι διατυπώθηκε το αντίθετο... »Σας γνωρίζω από μικρό παιδί, μου είπε ο φοιτητής. Είστε καλός άνθρωπος και γι’ αυτό σας σέβομαι. Είστε όμως εξουσία, καλύτερα υπηρέτης της εξουσίας, και θα σας πολεμήσω με όλα τα μέσα. Και με τη βία; του είπα. Ναι και με τη βία, αφού και η εξουσία χρησιμοποιεί τη βία και τον εξαναγκασμό. Δεν έχουμε ανάγκη από τη ρητή συγκατάθεση της πλειοψηφίας των φοιτητών. Πάντοτε προηγούνται οι πρωτοπορίες, που κατ’ ανάγκη είναι μειοψηφικές... »Στο σημείο αυτό, μου είπε ο καθηγητής, διέκοψα ευγενικά τη συζήτηση. Οχι γιατί δεν καταλάβαινα, αλλά μάλλον γιατί άρχισα να καταλαβαίνω. Μέσα στη γενική και ποικίλη δυσαρέσκεια, όπου κανένας δεν είναι ευχαριστημένος από τον εαυτό του και τους άλλους, ο προβολέας έπεσε πάνω στην “εξουσία” και συγκέντρωσε γύρω του όλα τα έντομα που μέσα στο σκοτάδι αναζητούν το φως. Ταυτόχρονα αναγνώρισα την παλαιά και τόσο γνωστή διδασκαλία για την “επαναστατική αλλαγή” που, χωρίς άλλες προϋποθέσεις, περνάει μέσα από τον πόλεμο κατά της εξουσίας ανεξαρτήτως του περιεχομένου της. Και είπα μέσα μου: Τα πράγματα δεν είναι απελπιστικά. Μπόρα είναι και θα περάσει. Γενιές ολόκληρες αναλώθηκαν στην “επαναστατική γυμναστική” μέχρι να κατασταλάξουν και να ηρεμήσουν στην πιο αποπνικτική και συμβιβασμένη συμβατικότητα. Αυτό είναι το μεγάλο και ανυπολόγιστο κοινωνικό κόστος...».
|