|
Προσωπα
Tης Pιτσας Mασουρα
Παρακολουθούσα προχθές στο σινεμά τον Πιρς Μπρόσναν στο Mamma mia. Οι κινήσεις του, η θετική αύρα που σκορπίζει γύρω του ένας χαρισματικός ηθοποιός.... όλα ωραία. Ομως, ό,τι κι αν έκανε ο Μπρόσναν μέσα σε ένα ελληνικό, νησιωτικό καλοκαιρινό τοπίο, η σύγκριση με τον πράκτορα 007 ήταν αναπόφευκτη. Μποντ, Τζέιμς Μποντ. Ο αγαπημένος πράκτορας όλων των εποχών έχει αναδείξει μια κινηματογραφική σχολή που όμοιά της δύσκολα θα αναπαραχθεί στο μέλλον. Οχι μόνο γιατί σε όλες τις ταινίες που πρωταγωνιστούσε η «γοητεία» του Ψυχρού Πολέμου ήταν συγκλονιστικά αφαιρετική, αλλά γιατί ο θεατής πίσω από κάθε σκηνή διέκρινε αμυδρά τον εαυτό του, ακόμη και όταν οι πρωταγωνιστές πραγματοποιούσαν φανταστικά ακροβατικά, «έριχναν» τη γυναίκα - πράκτορα ή το διακινδύνευαν (ακόμη χειρότερα) και αυθαδίαζαν μπροστά στην πιο εξελιγμένη θανατηφόρο μηχανή της τότε ΕΣΣΔ. Η περιπέτεια, στοιχείο γονιδιακό του πρωτόγονου ανθρώπου που μετεξελίχθηκε σε τέχνη επιβίωσης, ενυπάρχει στον καθέναν από εμάς, έστω και σε αδράνεια. Γι’ αυτό και όταν ξεφυλλίζοντας τους «Τάιμς» του Λονδίνου έπεσα πάνω σε ένα σπάνιο αφιέρωμα για τον Τζέιμς Μποντ και τον «πατέρα» του Ιαν Φλέμινγκ (συμπληρώθηκαν εκατό χρόνια από τη γέννηση του συγγραφέα), θέλησα να ξεκλέψω κάτι από τον ορυμαγδό των αναφορών και να το μοιραστώ μαζί σας. Το ξεσκόνισμα της μνήμης κατά διαστήματα βοηθάει πολύ. Κάποιο πρωϊνό του 1952 στην Τζαμάικα, ένας μεσήλιξ Βρετανός δημοσιογράφος κάθησε στην καρέκλα του γραφείου και σκιαγράφησε την προσωπικότητα ενός μυστικού πράκτορα, ο οποίος επρόκειτο να εξελιχθεί σε μία από τις επιτυχέστερες δημιουργίες στον χώρο της λογοτεχνίας. Ως εκείνη την ημέρα ο Ιαν Φλέμινγκ δεν είχε ξαναγράψει. Είχε δοκιμάσει την τύχη του στην τράπεζα, στο χρηματιστήριο και στην εφημερίδα. Μόνο κατά τη διάρκεια του πολέμου, όντας αξιωματικός των ναυτικών μυστικών υπηρεσιών βρήκε αυτό που στη συνέχεια τον ανέδειξε... Εκείνο το πρωινό στην Τζαμάικα, ο Φλεμινγκ έκανε βιαστικά ντους -είχε προηγηθεί ένα αθλιο ξενύχτι με πιοτό και γυναίκες- και κάθησε στο γραφείο του, κτυπώντας με έξι δάκτυλα τα πλήκτρα μιας παμπάλαιης Royal. «Τα αρώματα, ο καπνός και ο ιδρώτας στο καζίνο προκαλούσαν ναυτία στις τρεις τα ξημερώματα...», ήταν η πρώτη γραμμή του κειμένου του. Ενα μήνα μετά, δακτυλογράφησε τις τελευταίες λέξεις του έργου του «... τώρα η σκύλα είναι νεκρή». Το Casino Royal είχε ολοκληρωθεί και ο Τζέιμς Μποντ μόλις είχε γεννηθεί. Οι μυθιστοριογράφοι εμπνέονται από την πραγματικότητα, αλλά ο Φλέμινγκ στήριζε στους ανθρώπους, στα πράγματα και στα μέρη που ο ίδιος γνώριζε τον φανταστικό κόσμο του Μποντ. Οι χαρακτήρες, οι συνωμοσίες, οι τοποθεσίες, τα σατανικά μηχανήματα και οι καταστάσεις στις ιστορίες του Μποντ βασίζονται στο γεγονός ότι ο αναγνώστης ή ο θεατής δύσκολα διακρίνουν πού τελειώνει ο πραγματικός κόσμος του Φλέμινγκ και πού αρχίζει ο φανταστικός κόσμος του Τζέιμς Μποντ. Η κατασκοπεία είναι συχνά από μόνη της κάτι μυστηριώδες, ανάμεσα στο αληθές και το αναληθές, «εικαστική» σύνθεση με τη συμμετοχή της φαντασίας, της παγματικότητας και της πλάνης ή της απάτης. Ως πρώην αξιωματούχος των μυστικών υπηρεσιών, ο Φλέμινγκ σκεφτόταν όπως ένας κατάσκοπος και έγραφε σαν κατάσκοπος. Ηταν όμως και καλός δημοσιογράφος. Με αυτήν την ιδιότητα υπήρξε φλύαρος, μικροκλέφτης ειδήσεων και ιδεών, αποδελτίωνε χρήσιμο υλικό και κατέγραφε πρόσωπα και ονόματα, γκάτζετ, μενού εστιατορίων και ολόκληρες προτάσεις, στοιχεία της τρέχουσας πραγματικότητας δηλαδή, τα οποία αίφνης μετατρέπονταν σε επιστημονική φαντασία. Κάποτε ο Φλέμινγκ είχε δηλώσει : «Ολα όσα γράφω έχουν ένα άλλοθι αλήθειας»... Ο Τζέιμς Μποντ ήταν εν μέρει αυτό που δεν ήταν ο Φλέμινγκ. Το φανταστικό του δημιούργημα, αυτό που θα ήθελε να εχει γίνει, αλλά... Ο Μποντ είναι ο ρομαντικός μύθος, το παραμύθι, η δέσμευση ότι η Βρετανία, έχοντας θριαμβεύσει στον πόλεμο, θα παρέμενε πανίσχυρη δύναμη κατα τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Στην γκρίζα ατμόσφαιρα της λιτότητας της μεταπολεμικής Αγγλίας υπήρχε ένας άνδρας που έπινε σαμπάνια συνοδεύοντάς την με χαβιάρι, απολάμβανε το αχαλίνωτο σεξ, τα γκλαμουράτα ταξίδια στο εξωτερικό και διέθετε ένα μάλλον πολύ σεβαστό κομπόδεμα... Δεκατρείς ιστορίες ακολούθησαν το Casino Royal. Ως τον θάνατό του, ο Φλέμινγκ πούλησε πάνω από 40 εκατ. αντίτυπα και δημιούργησε μια εκδοτική και κινηματογραφική αυτοκρατορία. Σήμερα, τουλάχιστον ο μισός πληθυσμός της γης έχει παρακολουθήσει κάποια από τις ταινίες του Μποντ ή έχει διαβάσει ένα βιβλίο του Φλέμινγκ, ο οποίος για πρώτη φορά οραματίστηκε τον Μποντ το 1944. «Πρόκειται να γράψω την ιστορία ενός κατασκόπου για να δώσω τέλος σε όλες τις άλλες ιστορίες αυτού του είδους», είπε σε φίλο του. Και έκανε ακριβώς αυτό: ξετίναξε ό,τι ξέραμε και δεν ξέραμε ώς εκείνη τη στιγμή. Για τον Φλέμινγκ, ο Μποντ δεν ήταν ένας κατάσκοπος. Ηταν η επιτομή του κατασκόπου και όλων των κατασκόπων που ο Βρετανός συγγραφέας συνάντησε κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ο πράκτορας 007 ήταν ο ήρωας που έκανε τον Φλέμινγκ να δειλιάζει μπροστά του. «Δεν θα μπορούσα ποτέ να γίνω σαν κι αυτόν. Ο Μποντ έχει τα guts που εγώ δεν έχω». Παρ όλα αυτά, ο Φλέμινγκ αντιλαμβανόταν με εξαιρετικό τρόπο τη γοητεία των αντικειμένων. Βρισκόμαστε στις δεκαετίες του ’50 και του ’60 και ήταν φυσικό να λατρεύει εξεζητημένα αυτοκίνητα της εποχής. Ενα από τα αγαπημένα του ήταν μια Ford Thunberbird, για την οποία η γυναίκα του Αν έλεγε ότι «ήταν πάνω από τις οικονομικές μας δυνατότητες, αλλά κάτω από την ηλικία μας». Πάντως δεν εθεωρείτο σπουδαίος οδηγός, εν αντιθέσει με τον Μποντ που είχε όλα τα συμπτώματα της ράτσας των οδηγών που φωνάζουν silly bastard! Ο Φλέμινγκ ζούσε την εποχή των σπουδαίων οικιακών συσκευών, των τρένων, των αεροπλάνων, των φανταστικών όπλων. Σε όλες τις ιστορίες του αγκαλιάζει τα γκάτζετ, τους μοιράζει ρόλους, κάνει τον αναγνώστη να διερωτάται ποιος είναι τώρα ο πρωταγωνιστής, ο άνθρωπος ή το γκάτζετ; Μια απλή βούρτσα μαλλιών κρύβει μέσα της χάρτες και πριόνια και μια πίπα από αμιαντο χωράει μυστικά έγγραφα τα οπόια δεν καιγονται, κι ας καπνίζει ασυστόλως ο Μποντ... Για πολλούς, ο Ιαν Φλέμινγκ ήταν ο άλλος Τζέιμς Μποντ, ο μυστικός πράκτορας που κινούσε τα νήματα πίσω από την παλιά γραφομηχανή, χορηγώντας απλόχερα στον κόσμο την αίσθηση της απόλυτης εξουσίας, αλλά και της απόλυτης ελευθερίας. Ο,τι δεν έχει δηλαδή ο άνθρωπος.
|