|
Λεωφόρος Αμαλίας 4
Tης Ολγας Σελλα
Ενιωθα σαν να πηγαίνω επίσκεψη σ’ ένα σπίτι για το οποίο μόνο ακουστά είχα. Χωρίς γλυκά ή ποτό στο χέρι. Την περασμένη Παρασκευή το βράδυ, δεν πρόλαβα να χτυπήσω το κουδούνι της εξώπορτας στη Λεωφόρο Αμαλίας 4. Μου άνοιξε ένας ευγενικός κύριος. Στο πάλαι ποτέ γραφειάκι του θυρωρού καθόταν μια νεαρή γυναίκα και μοίραζε χαρτάκια-εισιτήρια σε όσους κατευθύνονταν προς τον 5ο όροφο. Εκεί, με θέα τη Βουλή, ένα μεταπολεμικό μεγαλοαστικό διαμέρισμα, το σπίτι του Αγγελου και της Λητώς Κατακουζηνού που λειτουργεί πια ως μουσείο, για λίγες μέρες έγινε και θεατρική σκηνή. Φιλοξενεί την παράσταση «Μεσοπόλεμος» της ομάδας Κανιγκούντα, σ’ έναν χώρο που φέρει τα ίχνη των δημιουργών εκείνης της εποχής. Και για φωτισμό έχει εκείνα τα ίδια αμπαζούρ, επιτραπέζια και επιδαπέδια, που φώτιζαν τις συγκεντρώσεις του ζεύγους Κατακουζηνού με όσους αποτελούσαν τη μεσοπολεμική και μεταπολεμική διανόηση αυτής της χώρας: Γιώργο Σεφέρη, Οδυσσέα Ελύτη, Γιώργο Θεοτοκά, Γιώργο Κατσίμπαλη, Ανδρέα Εμπειρίκο... Και που στη διάρκειά της, μία από τις ηθοποιούς κερνάει τους θεατές των πρώτων σειρών σοκολατάκια από την ίδια φοντανιέρα που χρησιμοποιούσαν οι παλιοί ιδιοκτήτες αυτού του σπιτιού. Στη διάρκεια αυτής της πρωτότυπης παράστασης, που για κείμενο χρησιμοποίησε αποσπάσματα από τα έργα των πνευματικών ανθρώπων εκείνης της εποχής, οι θεατές -που κάθονταν στις δύο άκρες του τεράστιου σαλονιού δεν παρακολουθούσαν απλώς την παράσταση και τους ηθοποιούς, αλλά και τον χώρο, δηλαδή την αισθητική της μεγαλοαστικής μεσοπολεμικής τάξης. Ετσι κι αλλιώς, κάθε γωνιά του έγινε μέρος του σκηνικού: η ζωγραφισμένη πόρτα μιας ντουλάπας στον διάδρομο, οι πίνακες του Θεόφιλου και του Χατζηκυριάκου-Γκίκα, οι μαυρόασπρες φωτογραφίες των τακτικών επισκεπτών μιας άλλης εποχής στα τραπεζάκια. Οψεις μιας Αθήνας κοσμοπολίτικης, ανοιχτής, γόνιμης, δημιουργικής, ανατρεπτικής μέσα από τη δημιουργία. Οψεις που φαίνονται πια μακρινές, για κάποιους ξένες, όμως υπάρχουν. Ηταν και είναι μέρος της ιστορίας αυτής της πόλης. Συνήθως στεκόμαστε στα αρνητικά της πόλης μας. Ομως η Αθήνα, παρά τις πολύ δύσκολες στιγμές που περνάει, εξακολουθεί να επιφυλάσσει εκπλήξεις, εξακολουθεί να κρύβει άγνωστες γωνιές ακόμα και από τους μόνιμους κατοίκους της. Αν τις γνωρίσουμε, την επόμενη φορά που κάποιος θα επιχειρήσει να καταστρέψει ένα τμήμα της ιστορίας της, θα είμαστε πολύ πιο συνειδητά απέναντί του. Η οικία Κατακουζηνού έδωσε σε όσους βρεθήκαμε εκεί την αίσθηση (όχι την ψευδαίσθηση) ότι κατοικούμε σε μια ευρωπαϊκή πόλη. Με όλες τις ψηφίδες της ιστορίας της παρούσες. Για λίγο ξεχάσαμε τα σπασμένα μάρμαρα, τα σπασμένα αγάλματα, τα καμένα κτίρια - που ακόμα μυρίζουν. Και ονειρευτήκαμε ότι θα μπορούσε η πόλη μας να ξανανιώσει...
|