|
Προσωπα
Tης Pιτσας Mασουρα
Λοιπόν, καλοκαιριάζει για τα καλά και οποιαδήποτε σοβαρή συζήτηση - ανάλυση, α λα ελληνικά, είναι έξω από κάθε λογική. Το κλίμα της απόλυτης χαλαρότητας και του ελάχιστου δυνατού προβληματισμού έχει όλα τα στοιχεία της εντοπιότητας, αλλά ισχύει και διεθνώς, καθότι οι ξένοι έχουν μια μάλλον αυστηρότερη προσήλωση στην έννοια «διακοπές». Εμείς, αν χρειαστεί, παραμυθιαζόμαστε και μέσα από τις εικόνες των πολυτελών περιοδικών με τα υπέροχα αξεσουάρ θάλασσης ή μέσα από τα ταξιδιάρικα ένθετα των εφημερίδων. Πασπαρτού. Ενα κλειδί για οποιοδήποτε προορισμό, στο τζαμπέ, δίχως την κινητήρια δύναμη που λέγεται ελληνιστί... παράς. Για να θυμηθώ και τον αγαπημένο δάσκαλο Αντώνη Καρκαγιάννη που μας έλεγε ότι οι διακοπές είναι αστικό κατάλοιπο, κάτι που ως νέοι δύσκολα κατανοούσαμε. Για να είμαστε όμως ακριβέστεροι σε όσα λέμε θα ήταν προτιμότερο να εξαιρέσουμε από τη χαλαρότητά μας τη διευρυνόμενη αγωνία για την πετρελαϊκή κρίση (ο Ισπανός πρωθυπουργός Θαπατέρο αμφισβητεί ότι υπάρχει κρίση), τις φούσκες των ακινήτων (φαινόμενο διεθνές και ενδεχομένως και εσωτερικό ) ή ακόμη αν θέλετε το πλονζόν της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ιδιαίτερα μετά και την άρνηση του Πολωνού προέδρου Λεχ Καζίνσκι να υπογράψει τη Συνθήκη της Λισσαβώνας, παρότι η συνθήκη ήδη έχει εγκριθεί από το Κοινοβούλιο. Είναι αλήθεια ότι τούτη την ιουλιανή περίοδο, τα θέματα χάσκουν. Κι όσες προτάσεις υπάρχουν, κοινότοπες ή εξεζητημένες για τύπους εξτρίμ και μάτσο ( homomasculin), που νομίζουν ότι μέσα από τον επαρχιωτισμό τους έχουν πιάσει τη ζωή από τα κέρατα, αφορούν ταξίδια στη Ζανζιβάρη, τον Μαυρίκιο, πιθανότητα και στη Χαβάη (με ή χωρίς τον συμπαθή οικιακό ταμία Θωμά!), αλλά και στο βόρειο Πόλο, όπου φέτος θα μπορέσει για πρώτη φορά να φτάσει κανονικό πλοίο της γραμμής και όχι μόνον παγοθραυστκό! Επ' αυτού όμως θα επανέλθουμε του χρόνου. Συμπαθητικές προτάσεις βεβαίως υπάρχουν και για τη μεγάλη σιωπηλή πλειοψηφία, που συνήθως αντέχει χωρίς να διαμαρτύρεται. Αυτήν που δεν κατεβαίνει στους δρόμους, ακόμη κι όταν αγνοεί επιδεικτικά τις διαδηλώσεις κατά της ακρίβειας, αλλά που στην πραγματικότητα θα ήθελε πολύ να πετάξει στον κάδο απορριμμάτων τις αγωνίες και τα άγχη ενός σκληρού χειμώνα, ώστε στη συνέχεια να καθάρει εαυτήν στα νερά μιας συνηθισμένης θάλασσας. Κάθε χρόνο τέτοια εποχή θυμάμαι εκείνο το σοφό του Ανδρέα για «τα μπάνια του λαού». Αυτός ο λαοπλάνος ηγέτης χτύπαγε φλέβα χρυσού κάθε που θυμόταν τις ανάγκες των Ελλήνων και τις αντιμετώπιζε με ιερότητα. Κι έγιναν έκτοτε τα μπάνια του λαού τροφοδότρα πηγή των μικρών αποδράσεων όσων επέδειξαν τεράστιες αντοχές σε όλες τις μεταπολιτευτικές δαιδαλώδεις πολιτικές διαδρομές και που και φέτος θα επαναλάβουν κλασικά το «ας πάει και το παλιάμπελο». Από του χρόνου βλέπουμε. Γιατί αν δεν αλλάξει κάτι με θεαματικό τρόπο, βλέπω να μας κατακλύζει ένα τσουνάμι θυμού και οργής που δεν θα εκπορεύεται από τη συμπαθή τάξη των συνταξιούχων της Παπαρήγα, ούτε από την εξίσου συμπαθή νεολαία του Τσίπρα, αλλά από την ώς πρόσφατα κραταιά και σήμερα υπερχρεωμένη μεσαία τάξη. Αν κάτι φοβούνται οι διεθνείς αναλυτές είναι ακριβώς αυτή η διαφορετική αφύπνιση της μεσαίας τάξης. Ενα από τα ιδιαίτερα θετικά αυτής της καλοκαιρινής σεζόν είναι ότι γλιτώνουμε από τις αρχές της τηλεοπτικής δημοκρατίας. Ολος ο σοβαροφανής τηλεοπτικός εισαγγελισμός, το λεφούσι των ιεροεξεταστών, αυτόκλητοι διαμορφωτές της κοινής γνώμης που επιβάλλουν συγκεκριμένο λεξιλόγιο και στυλ συμπεριφοράς αυτοί, λοιπόν, πάνε διακοπές, σ' ένα πλαίσιο σουρεαλισμού που φτάνει στα όρια της παράκρουσης. Ο κάθε Μάκης και Σάκης δηλαδή που γραδάρουν την αντοχή των υλικών, με τη βοήθεια των οποίων εμείς προγραμματίζουμε να χτίσουμε τους επόμενους κόσμους. Οι αντικαταστάτες τους, κακέκτυπα πολλές φορές εκείνων, φωνασκούν ενώπιον κενών καθισμάτων και μέσα τους ορκίζονται ότι το επόμενο καλοκαίρι θα πετάξουν το μπαλάκι στον εκκολαπτόμενο τηλεοπτικό αστέρα που προς το παρόν το παίζει αθώα περιστερά πίσω από την οθόνη του υπολογιστή, αλλά που κάποιοι τον είδαν να κάνει πρόβες στον καθρέφτη στο μικρό δωμάτιο του μακιγιάζ. Ετσι που λέτε, αυτή είναι η λογική αλληλουχία των πραγμάτων. Εμείς πάντως κάνουμε split. Από τη χειμερινή τηλεοπτική δημοκρατία που συνήθως μας πέφτει βαριά, λες κι έχουμε φάει ιμαμ μπαϊλντί μαγειρεμένο από την Εϊμέ, κρατάμε σκέτη τη δημοκρατία. Την οποία κατακρεουργούμε, αλλά που κατά βάθος σεβόμαστε στο μέτρο των δυνατοτήτων μας και στο πλαίσιο της προσπάθειάς μας να διατηρούμε δεσμούς με το ιδεολογικά φορτισμένο παρελθόν μας. Φοβάμαι ότι κάποιος θα σπεύσει να πει ότι κακώς αναφέρομαι στη δημοκρατία. Κατ' ευφημισμόν δημοκρατία βιώνουμε, θα πει. Κι αν δεν κάνω λάθος θα καταφύγει στη λέξη ασυδοσία. Δεν ξέρω αν έχει δίκιο ο κύριος. Νομίζω όμως ότι αυτή η αίσθηση -κοινή σε πολλούς- έχει τις ρίζες της στα μεταπολεμικά πειράματα εκδημοκρατισμού της χώρας. Ηταν επομένως αναμενόμενο να νιώσουμε λυτρωμένοι, όταν αίφνης συναντηθήκαμε με τις στοιχειώδεις αρχές ενός δημοκρατικού συστήματος που υποτίθεται ότι θα μας οδηγούσε στους κόλπους μιας ευνομούμενης κοινωνίας, με κατανοητές και κοινά αποδεκτές ιεραρχήσεις, με αξιοκρατία και ατομικές ελευθερίες. Λαός παρορμητικός, όμως, ενθουσιώδης και κυκλοθυμικός δεν δώσαμε ποτέ την ευκαιρία στον εαυτό μας να αντιληφθούμε το τι πραγματικά σημαίνει δημοκρατία και κάτω από ποιες συνθήκες θα μπορούσαμε να την υιοθετήσουμε. Κι έτσι ανέτοιμοι, επιτρέψαμε την άλωσή μας από την τηλεοπτική δημοκρατία, ίσως ένα όργιο φρακταλικής ασυδοσίας (ο όρος μη δόκιμος, απλώς αυθαιρετώ), που ο καθένας μπορεί να παίζει τον ρόλο του στη μικρή οθόνη, να κομίζει γλαύκας εις Αθήνας, να στιγματίζει πολίτες, να αμαυρώνει συλλήβδην πολιτικούς και επιχειρηματίες κι ύστερα, έχοντας πει το ποίημά του να αποσύρεται στα καμαρίνια, μ' εκείνο το θριαμβευτικό ύφος που έχουν κατά καιρούς τα κουτσαβάκια. Ελεος πια με την τέχνη του εφικτού! Προ ετών ο Θύμιος Καρακατσάνης σε συνέντευξή του είχε πει ότι το εφικτό είναι για τον καθένα. Το μη εφικτό περιμένουμε για να μας απαλλάξει από τα λάθη του παρελθόντος. Γι' αυτό, ας λύσουμε τον γόρδιο δεσμό των αμφιβολιών ή των ενστάσεων. Το λάκτισμα είναι που 'χει σημασία καλοκαιριάτικα. Να απαρνηθούμε οτιδήποτε κατεστημένο, οτιδήποτε λογικό, τα μεταχειρισμένα ιδανικά μας, τον σχεδόν ηλεκτρονικό εγκέφαλό μας, να πλανηθούμε πέρα από τα όρια του χρέους και της χειμερινής πειθαρχίας. Καλοκαίρι γαρ, και το κυνήγι του απροσδόκητου, παρα τα όσα μας κατατροπώνουν, παραμένει αθεράπευτα γοητευτικό.
|