|
Πανεπιστήμιο και επιχειρηματικότητα
Του Ηλια Kαζανη*
«Mια σύγχρονη εκπαίδευση αποτελεί τη στρατηγική επιλογή που ενθαρρύνει τις καινοτομίες και την επιχειρηματικότητα. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η αυτονομία των ΑΕΙ και η πλήρης απαλλαγή τους από τον κομματικό εναγκαλισμό. Με τον τρόπο αυτό θα είναι δυνατό να αντληθούν πόροι, πέραν της κρατικής ενίσχυσης και η βασική έρευνα θα χρηματοδοτείται από τον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα» (δηλώσεις του προέδρου του ΕΒΕΑ μετά συνάντησή του με την υπουργό Παιδείας στις 10/11/2009). Στη σύγχρονη ευρωπαϊκή πραγματικότητα η πολιτεία, η ακαδημία (στην οποία για συντομία περιλαμβάνω ΑΕΙ, ερευνητικά ινστιτούτα και μουσεία) και οι επιχειρήσεις αποτελούν ξεχωριστούς πυλώνες. Η ακαδημία νοείται ως μια αυτοτελής, ανεξάρτητη και πολυσυλλεκτική κοινότητα, ρόλος της οποίας είναι: α) η συλλογή, αξιολόγηση και κωδικοποίηση της γνώσης, β) η μετάδοση της γνώσης και η εκπαίδευση των πολιτών στις μεθόδους της επιστήμης, γ) η παραγωγή νέας γνώσης, τεχνολογίας και τέχνης και δ) η κριτική αξιολόγηση και ανάλυση όλων των ανθρωπίνων δραστηριοτήτων και των φυσικών φαινομένων. Σε αναγνώριση του τελευταίου ρόλου και σε πρακτικό (σπάνια) αλλά και συμβολικό (κυρίως) επίπεδο, η πολιτεία θέσπισε το ακαδημαϊκό άσυλο. Αναγνώρισε δηλαδή πως η ακαδημαϊκή δραστηριότητα μπορεί (και πρέπει κατά πολλούς) να οδηγεί ακόμη και στην αμφισβήτηση του πολιτικού, κοινωνικού και επιστημονικού κατεστημένου και συνεπώς χρειάζεται αυξημένη αυτονομία. Αυτή η δικαιοδοσία της ακαδημίας αμφισβητείται τώρα, όπως φαίνεται από τη συζήτηση για την αναγκαιότητα κατάργησης του ασύλου. Παραδοσιακά η πολιτεία, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη, εγγυάται τη λειτουργία της ακαδημίας κυρίως μέσω της κρατικής χρηματοδότησης. Στην ουσία, δηλαδή, η ακαδημία λειτουργεί υπό κρατική εξάρτηση, όπως και άλλοι θεσμοί. Ολο και πιο συχνά, όμως, συζητείται παγκοσμίως η ανάγκη επαναπροσδιορισμού της σύνδεσης της ακαδημίας με την επιχειρηματικότητα, μία σύνδεση που στην Ελλάδα είναι ασθενική. Πώς θα μπορούσε να επιτευχθεί στενότερη σύζευξη με τις επιχειρήσεις και πώς αυτό θα εξυπηρετούσε τον ρόλο της ακαδημίας; Το κύριο ζήτημα που προβάλλεται είναι η ανάγκη «αναπροσανατολισμού» της ακαδημαϊκής δραστηριότητας προς τομείς πιο εφαρμοσμένους, δηλαδή πιο κοντά στην εμπορική εκμετάλλευση. Τι έχει όμως να κερδίσει η ακαδημία από μια τέτοια μεταστροφή; Τίποτα, εκτός από οικονομική υποστήριξη. Η γνώση και τεχνολογία που παράγεται από την ακαδημία είναι ελεύθερα διοχετευόμενες σε όλη την κοινωνία, δεν πωλούνται ούτε δεσμεύονται και συνήθως αποτελούν την «πρώτη ύλη» που οι επιχειρήσεις μετατρέπουν σε προϊόν. Αντιθέτως, συχνά η ακαδημία παράγει αγαθά που δεν βρίσκουν δίοδο στην παραγωγή γιατί δεν είναι εμπορικά. Ενα άλλο σημείο τριβής αποτελεί η χρησιμοποίηση της «αυθεντίας των ακαδημαϊκών» στον ιδιωτικό τομέα, κυρίως μέσω της απελευθέρωσης της δυνατότητας εργασίας τους σε επιχειρήσεις. Τι έχει όμως να κερδίσει η ακαδημία από μια τέτοια δυνατότητα; Τίποτα, εκτός από οικονομική υποστήριξη, με τίμημα όμως την αποδυνάμωση του ελεγκτικού και ρυθμιστικού ρόλου της λόγω της σύγκρουσης μεταξύ της ανεξαρτησίας της έρευνας και της εξάρτησης από εταιρικά συμφέροντα. Το πρόβλημα είναι σαφώς ορατό σε ΗΠΑ και Βρετανία όπου ακαδημαϊκοί είναι σύμβουλοι ταυτόχρονα κράτους και επιχειρήσεων, με αποτέλεσμα -για παράδειγμα- αυτός που εισηγείται την ανάγκη ασφαλιστικής κάλυψης ενός φαρμάκου να είναι σύμβουλος και της εταιρείας που το παράγει. Συχνά η ακαδημία κατηγορείται για αδράνεια και συντηρητισμό και η σύνδεσή της με την επιχειρηματικότητα προκρίνεται ως μοχλός εκσυγχρονισμού της. «Παραδόξως» σε ορισμένους τομείς η ακαδημία προηγείται σημαντικά των επιχειρήσεων, όπως π.χ στην έρευνα για το περιβάλλον, τη δημόσια υγεία και την ασφάλεια στην εργασία, πεδία στα οποία οι κατά τα άλλα ευέλικτες επιχειρήσεις επιδεικνύουν εξαιρετικά αργούς ρυθμούς ανανέωσης. Η ίδια αντίφαση ισχύει και όταν η «συντηρητική και δυσκίνητη» ακαδημία κατηγορείται ως χώρος επώασης επαναστατικών και επικίνδυνων ιδεών (Γαλιλαίος, Δαρβίνος). Η ανανέωση της ακαδημίας δεν μπορεί να έχει ως οδηγό την επιχειρηματικότητα. Απαιτεί εξοπλισμό (βιβλιοθήκες, Διαδίκτυο), ενθάρρυνση της διεπιστημονικής συνεργασίας, χρηματοδότηση της έρευνας και διευκόλυνση πρόσληψης και επαγγελματικής εξέλιξης νέων. Απαιτείται επίσης διάλογος μεταξύ ακαδημίας και εξωακαδημαϊκής κοινωνίας με την ύπαρξη θεσμοθετημένων χώρων και τρόπων συνάντησης με τις τοπικές κοινωνίες. Ο επιστήμονας πρέπει να βγαίνει από τον προστατευμένο, εσωστρεφή και εγωπαθή χώρο της ακαδημίας και να προσεγγίζει τον εργαζόμενο και τον επιχειρηματία, να παρουσιάζει τη δουλειά του και συνεπώς να μετρά τη σημασία της για τον πολίτη, μακριά από τις εξαρτήσεις της οικονομικής συναλλαγής. Η δημόσια χρηματοδότηση της ακαδημαϊκής κοινότητας σαφώς οδηγεί σε στρεβλώσεις, για την αντιμετώπιση των οποίων απαιτείται συνεχής αγώνας. Αποτελεί όμως μοχλό ανάπτυξης τόσο για τον δημόσιο όσο και για τον ιδιωτικό τομέα. Η προβαλλόμενη ανάγκη «ανακαθορισμού» της σχέσης ακαδημίας - επιχειρήσεων στην ουσία αποτελεί καρπό μιας διαπραγμάτευσης μεταξύ κράτους και ιδιωτικού τομέα σε σχέση με την οικονομική ενίσχυση της ακαδημίας και αναδεικνύει την απόφαση της πολιτείας να εκχωρήσει τη χρηματοδότηση της ακαδημίας στον ιδιωτικό τομέα, ο οποίος δικαίως ζητάει την απόδοση της επένδυσής του. Πότε όμως τέθηκε αυτή η πολιτική απόφαση ανοιχτά στην κρίση των πολιτών; * Βιολόγος, πανεπιστήμιο του Cambridge.
|