|
Με πρώτο αίτημα να συντριβούν συντεχνίες και συντεχνίτες
Γραφει ο Aντωνης Kαρκαγιαννης
Είναι δύσκολο να αμφισβητήσει κανείς τα στοιχεία που παρουσίασε ο υπουργός Μεταφορών, ο κ. Κ. Χατζηδάκης και περιγράφουν ανάγλυφα τον βαρέως ασθενούντα ΟΣΕ. Δεν τα αμφισβήτησαν ούτε οι συνδικαλιστές ούτε η συνδικαλιζόμενη αντιπολίτευση ούτε η συνδικαλογενής «συμπολίτευση». Επίσης, δεν αφισβητήθηκαν πειστικά ούτε τα στοιχεία που παρουσίασε ο υπουργός Οικονομίας ο κ. Γ. Αλογοσκούφης και αναφέρονται στο ιδιαίτερο καθεστώς μισθοδοσίας των εργαζομένων στις ΔΕΚΟ. Ενώ λοιπόν δεν αμφισβητούμε τα στοιχεία και τους αριθμούς, ας μας επιτρέψουν οι κ. υπουργοί να διατυπώσουμε μερικές απορίες και αντιρρήσεις. Πρώτα για τις ΔΕΚΟ γενικά. Δεν μπορούν να μιλούν και να διαπιστώνουν ως αμέτοχοι και ουδέτεροι τρίτοι. Δεν είναι άτομα, είναι υπουργοί και αναγκαστικά κουβαλούν στους ώμους ολόκληρο το παρελθόν. Είναι γνωστό εδώ και δεκαετίες ότι οι ΔΕΚΟ και οι δημόσιοι Οργανισμοί είχαν ενταχθεί στο πελατειακό κράτος και αποτελούσαν τον σκληρό πυρήνα του. Εννούμε στον πελατειακό τρόπο άσκησης της πολιτικής και τελικά της διακυβέρνησης. Με δύο βασικά αποτελέσματα: την υπερφόρτωση με κομματικούς μισθωτούς και την εύκολη ικανοποίηση των αιτημάτων τους, ώσπου σιγά σιγά διαμορφώθηκαν ιδιαίτερα και συμπαγή συμφέροντα συντεχνίας με κατ’ ανάγκην συντεχνιακή συνδικαλιστική κάλυψη. Στο πεδίο αυτό διέπρεψε το ΠΑΣΟΚ, αλλά δεν είναι αμέτοχη και η Ν.Δ., άλλοτε ως κυβέρνηση και άλλοτε ως αντιπολίτευση. Δεν είναι αμέτοχα και τα κόμματα της Αριστεράς. Αντιθέτως, με τη γνωστή «εργατίτιδα» που τα διέπει διαμορφώνουν το ιδεολογικό πλαίσιο των συντεχνιών και του συντεχνιακού συνδικαλισμού. Οι υπουργοί και η αντιπολίτευση δεν μπορούν να μιλούν σαν αμέτοχοι τρίτοι. Ο λόγος τους δεν είναι πειστικός. Ο λόγος τους δεν είναι πειστικός, είναι ψεύτικος, ξύλινος. Για να γίνει πειστικός χρειάζεται αυτοκριτική και ειλικρίνεια. Παραβλέπεται το γεγονός ότι οι ΔΕΚΟ έφτασαν στη σημερινή τραγελαφική κατάσταση (οι περισσότερες είναι άχρηστες, αλλά... και αναγκαίες!) με στενά κομματικές διοικήσεις. Κριτήριο δεν είναι τα προσόντα τους και οι διοικητικές ικανότητες, αλλά η αφοσίωση στο κόμμα και στην ηγεσία του. Δεν θα αναφερθώ στο πόσοι πλούτισαν γιατί λέγεται, αλλά δεν το ξέρω. Τα τεράστια όμως ελλείμματα που σήμερα οι υπουργοί μας τα παρουσιάζουν ως ακαταμάχητο επιχείρημα (είναι πράγματι καταλυτικό γιατί τα πληρώνουμε εμείς οι φορολογούμενοι) και ως θανάσιμο σύμπτωμα βαρύτατης ασθένειας (πράγματι είναι), αυτά, λοιπόν, τα ελλείμματα δημιουργήθηκαν και διογκώθηκαν με πειθήνιες κομματικές διοικήσεις. Κανένας δεν φέρει ευθύνη ούτε αυτές ούτε εκείνοι που τις επέλεξαν; Και αν ακόμη τους συγχωρήσουμε γι’ αυτές τις ευθύνες, τι άλλο έχουν να μας προτείνουν; Μέσα από αυτόν τον κυκεώνα (και τη σύγχυση) συντεχνιακών συμφερόντων και κομματισμού, όπου δύσκολα μπορούμε να διακρίνουμε αν υπάρχει γενικός σκοπός και γενικό συμφέρον, ανέκυψε το φαινόμενο Γιάννης Μανώλης. Η κυβερνητική παράταξη προσπαθεί να τον κρύψει ως φαινόμενο και με μάλλον αναξιοπρεπείς μεθόδους να του αφαιρέσει τον λόγο και την ψήφο, σε συμπαγνία μαζί του, καθώς λέγεται. Βλέπετε, δεν είναι μόνο εκείνοι που τόσο αδέξια θέλουν να του αφαιρέσουν τον λόγο και την ψήφο, αλλά και αυτός που τόσο πρόθυμα και επιδέξια θέλει να τα θυσιάσει. Τέλεια πολιτική δουλοπαροικία... Δεν φταίει, βέβαια, ο Γιάννης Μανώλης. Είναι απολύτως ειλικρινής, όταν δηλώνει ότι σε ολόκληρη τη ζωή του υπηρετεί τα (συντεχνιακά) συμφέροντα. Το ίδιο κάνει και τώρα. Αλλο είναι το ερώτημα: τι σχέση έχει η Ν.Δ. με τα συντεχνιακά συμφέροντα, ώστε να διατηρεί στους κόλπους της τον εκπρόσωπό τους; Και για να διευρύνουμε το ερώτημα. Ποιοι είναι οι λόγοι που αναγκάζουν τη Ν.Δ. να διατηρεί τη ΔΑΚΕ του κ. Πουπάκη ως κομματικό συνδικαλιστικό (συντεχνιακό) παράρτημα; Το ερώτημα απευθύνεται σε όλα τα κόμματα. Η Ν.Δ. είναι ιδεολογικά πιο έτοιμη να αφήσει ελεύθερο και κομματικά απροστάτευτο το συνδικαλιστικό κίνημα. Τα συνδικάτα εξελίχθηκαν σε καταπιεστικές συντεχνίες (αμφιβόλου αντιπροσώπευσης) σε στενή διαπλοκή με τα κόμματα και την πολιτική. Δεν είναι συνδικάτα, είναι ιδιαίτεροι και δυναμικοί κομματικοί μηχανισμοί. Δεν ξέρω οι άλλοι, αλλά προσωπικά τέτοιες πρωτοβουλίες θα περίμενα από τον Κ. Καραμανλή. Αυτές είναι που αλλάζουν το λεγόμενο πολιτικό σκηνικό. Ο ΟΣΕ απασχολεί περίπου περίπου 7.000 μισθωτούς με μέσο όρο δαπάνης κατά μισθωτό 54.180 το 2007, με τρομακτικό έλλειμμα μεταξύ δαπανών και εσόδων και τεράστια συσσωρευμένα χρέη για τα οποία πληρώνει δυσβάστακτους τόκους. Πριν καταλήξουμε σε οποιοδήποτε συμπέρασμα μερικές παρατηρήσεις για τα αναφερθέντα νούμερα. Ο αριθμός των εργαζομένων (7.000) είναι υπερβολικός, υπάρχει πλεονάζων προσωπικ, αποτέλεσμα της ένταξης του ΟΣΕ, όπως και των άλλων ΔΕΚΟ, στο πελατειακό σύστημα του εκάστοτε κυβερνώντος κόμματος. Ομως προσέξτε. Ενώ παρουσιάζεται πλεόνασμα προσωπικού, την ίδια στιγμή υπάρχουν και σημαντικές ελλείψεις, κλασικό σύμπτωμα μιας προβληματικής επιχείρησης. Το προσωπικό με μέσο όρο ηλικίας τα 52 χρόνια (!) έχει ανάγκη ριζικής ανανέωσης με εργαζόμενους νεότερης ηλικίας και με πληρέστερη εκπαίδευση, ειδικά για τους σιδηροδρόμους. Ο υπουργός κ. Χατζηδάκης σκέφτεται να εφαρμόσει τη μέθοδο της σταδιακής εθελουσίας εξόδου 3.000 εργαζομένων και την αντικατάστασή τους με νεότερο στην ηλικία και νεωτερικότερο σε ποιότητα προσωπικό. Για να επιτύχει η ανανέωση πρέπει πρώτα να συντριβεί η συντεχνία ως χώρος ιδιαίτερων συμφερόντων και η εκπροσώπησή της από συντεχνιακούς συνδικαλιστές. Οσον αφορά τον μέσο όρο των αποδοχών συμπεριλαμβάνονται οι εργοδοτικές εισφορές, τα δώρα, τα επιδόματα και οι υπερωρίες. Τα 54.180 ευρώ ανά εργαζόμενο είναι κόστος υπερδιπλάσιο από το μέσο κόστος που ισχύει στον ιδιωτικό τομέα. Η τεράστια αυτή διαφορά προέκυψε από το γεγονός ότι επί σειράν ετών οι αυξήσεις στον ΟΣΕ ήταν σημαντικά μεγαλύτερες από τις αυξήσεις στον ιδιωτικό τομέα. (Αυτές οι διαφορές κρύβουν και άλλα νοσηρά φαινόμενα, αλλά ας τα αφήσουμε για άλλη φορά). Αυτόν τον «ιδιαίτερο τρόπο» μισθολογικών αυξήσεων στις ΔΕΚΟ θέλει να καταργήσει η ψηφισθείσα τροπολογία του κ. Γ. Αλογοσκούφη και πολύ καλά κάνει. Και να το συζητήσουμε όσο θέλετε και από την κοινωνική άποψη, την ταξική και από την οικονομική. Αυτό που είναι δύσκολο να συζητήσουμε είναι εκείνο που άκουσα από την αντιπολίτευση και το επαναλαμβάνουν κάθε μέρα οι τηλεοράσεις, με πρώτη την κρατική: γιατί να μην επιχειρηθεί μια εξίσωση των αποδοχών προς τα πάνω και όχι προς τα κάτω. Στο σημείο αυτό φοβάμαι ότι δεν υπάρχει κοινή γλώσσα για να συνεννοηθούμε. Αν ρωτούσαμε οποιονδήποτε θα μας έλεγε ότι με αυτά τα νούμερα ο ΟΣΕ δεν σώζεται με τίποτα. Και όμως, πρέπει να σωθεί... Για να είμαστε δίκαιοι το πλεονάζον προσωπικό και το κόστος εργασίας δεν είναι οι μοναδικοί υπεύθυνοι για την κατάσταση του ΟΣΕ. Αφέθηκε σε κατάσταση πολύχρονης καθυστέρησης με μικρό και κακό δίκτυο. Ποτέ δεν είχε προτεραιότητα στους σχεδιασμούς των κυβερνήσεων. Προτεραιότητα είχαν οι δρόμοι και τα αυτοκίνητα και πολλοί φοβούνται ότι η προτίμηση αυτή θα αποδειχθεί μοιραία. Εξαιτίας αυτής της καθυστέρησης (με μέση ταχύτητα που δεν υπερβαίνει τα 40-50 χιλ.) οι υπηρεσίες που προσφέρει ο ΟΣΕ είναι από κακές έως κάκιστες. Είναι φυσικό ότι λίγες γραμμές παρουσιάζουν συμφέρουσα πληρότητα. Ισως εδώ να βρίσκεται το μυστικό για τη σωτηρία του ΟΣΕ. Να ξεκινήσει σχεδόν από μηδενική βάση ο εκσυγχρονισμός του, με μακροχρόνιες και κατάλληλες επενδύσεις...
|