|
Ο Κίπλινγκ στην Ελλάδα
Tου Παντελη Μπουκαλα
Αν ήμουν ο γραμματέας του κόμματος, είπε ο κ. Βαγγέλης Μεϊμαράκης, θα είχα τιμωρήσει με δίμηνο βουλευτικό αποκλεισμό τον κ. Κουκοδήμο (ο οποίος τελικά «επέλεξε» τη δεσμευτική ανεξαρτητοποίηση). Αν ήμουν ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, συνέχισε την επομένη, θα είχε επιλέξει άλλον επικοινωνιακό χειρισμό. Και αν ήμουν ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας, ολοκλήρωσε τη μεθεπομένη τους υποθετικούς του λόγους, θα απαιτούσα σαφείς εξηγήσεις από τον κ. Κλαδά. Αν ο υπουργός Εθνικής Αμυνας (για να ενδώσουμε και εμείς στη δημιουργική εικοτολογία), στην προσπάθειά του να γίνει τρικέφαλος σαν τον μυθικό Γηρυόνη (και Ζαγορίτης και Ρουσόπουλος και Αλογοσκούφης) είχε πνευματικό του οδηγό το παλιό τραγουδάκι «Αν ήμουν πλούσιος, καραβοκύρης, βασιλιάς, ταξιδευτής» ή το «Αν...», το διάσημο ποίημα του Ράντγιαρντ Κίπλινγκ, δεν το ξέρουμε· ο καθείς και η βιβλιογραφία του, άλλωστε. Ο Κίπλινγκ, πάντως, ελαφρώς εγωιστής εν ζωή, άρα και μετά θάνατον, βέβαιος πως το δικό του έργο είχε υπόψη του ο Ελληνας υπουργός και κατασυγκινημένος ως εκ τούτου, έστειλε από τας αιωνίους μονάς ένα συμπλήρωμα του «Αν», κάπως βιαστικά γραμμένο είναι η αλήθεια. Μόνο τον ενάμιση πρώτο στίχο του αρχικού ποιήματος διατήρησε («Αν να κρατάς καλά μπορείς το λογικό σου, όταν τριγύρω σου όλοι / τα ’χουν χαμένα», στη μετάφραση του Νίκου Καρβούνη), και δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε το γιατί: κατά κάποιον τρόπο ήθελε να ζωγραφίσει την ταραγμένη κατάσταση της κυβέρνησης, που, αν δεν τα έχει χάσει εντελώς, σίγουρα οι σπασμωδικές της κινήσεις δεν την καθιστούν υπόδειγμα πνευματικής διαύγειας και ορθολογισμού. Ιδού λοιπόν ο καθ’ ημάς Κίπλινγκ, κι ο Θεός ας συγχωρήσει κι εκείνον κι εμάς: «Αν όσα λες είναι βαριά όσο κι η πεταλούδα, / αν μας τα λες για να ειπωθούν κι άνεμος να τα πάρει, / αν λέξεις μόνο μάς πετάς δίχως το νόημά τους, / κι οι φίλοι τα περιγελούν, καθώς κι ο αρχηγός σου, / τα προσπερνούν αδιάφοροι, ωσάν μη ειπωθέντα, / αν κούφια είναι τα λόγια σου σαν άρρωστο καρύδι, / που σαν το σπάσεις δεν θα βρεις ούτε μια στάλα ψίχα, / αν άλλα λες, άλλα φρονείς κι αλλού η ψυχή σου τρέχει, / καν μη τα λες, μην τα πετάς, ω άνδρα Αθηναίε, / γιατί θα ’ρθει κάποια στιγμή που θα το μετανιώσεις, / θα λες: “εγώ; ουδέποτε, δεν είπα όσα μου λέτε”, / θα θες να κάψεις ντιβιντί και βιντεοκασέτες, / να μην υπάρχουν μάρτυρες, τεκμήρια, στοιχεία. / Γι’ αυτό σου λέω, αγαπητέ, να λες μονάχα όσα / μπορείς να τα υπερασπιστείς και να τα κάνεις πράξη. / Αυτή η μικρή μου συμβουλή, κι άσε τα “αν” σε μένα». Αυτά ο αυτοκρατορικός Κίπλινγκ. Με τους (νεο)δημοκράτες να δούμε τώρα.
|