|
Στη Χώρα του Ποτέ, δίχως χρώμα, δίχως φύλο
Tης Μαριας Κατσουνακη
Για τον σερ Χάουαρντ Σίνγκερ, πρόεδρο της Sony, ο Μάικλ Τζάκσον ήταν ένας «λαμπρός τροβαδούρος της γενιάς του, μια μουσική ιδιοφυΐα που αντανακλούσε το πάθος και τη δημιουργικότητα μιας εποχής». Δεκαετία του ’80: ντύσιμο, κούρεμα και μακιγιάζ φλερτάρουν με τη γελοιότητα. Ασημί μπουφάν με βάτες, σαν μίνι διαστημόπλοιο Εντερπράιζ. Ντόνα Σάμερ, Γκλόρια Γκέινορ, Μπλόντι, Σίντι Λόπερ. Τα άπαντα των Ντουράν Ντουράν και για τους πιο «ψαγμένους» οι New Order, οι Depeche Mode, οι Smiths. Τραβόλτα και Φλωρινιώτης, εκθαμβωτικές ντισκομπάλες, χορός, αυθορμητισμός, ποπ τραγούδια με πάθος και ρυθμό, που σήμερα κρίνουμε, πλέον, ως αφελή. Το 1982 ο Μάικλ Τζάκσον θριαμβεύει με το «Thriller». Είναι η περίοδος που ο πλανήτης αποθεώνει τα αναμφισβήτητα χαρίσματά του, τη μοναδική κίνησή του (που αναπαράγεται αλλά ποτέ δεν φτάνει την τελειότητα του πρωτότυπου), τις μουσικές του δυνατότητες. Πουλούσε ένα εκατομμύριο αντίτυπα την εβδομάδα, δημιούργησε περιουσία που έφτασε -λένε- τα δισεκατομμύρια δολάρια. Σταδιακά, άρχισε να παραμορφώνει το πρόσωπό του με πλαστικές εγχειρήσεις, να αλλάζει χρώμα, κλειδώθηκε σε μια φυλακή που ονόμασε Neverland (Χώρα του Ποτέ) και που περιλάμβανε ιδιωτικό ζωολογικό κήπο, ένα τρένο μινιατούρα και μια ρόδα του λούνα παρκ όπου ανέβαινε μόνο αυτός… Διέγνωσαν ότι πάσχει από το «σύνδρομο του Πίτερ Παν» (το παιδί που αρνείται να μεγαλώσει), ενώ η φράση Αμερικανού ψυχαναλυτή που τον χαρακτήρισε «the total freak», το οποίο δεν επιδέχεται καμία θεραπεία, παραμένει από τις πιο δημοφιλείς. Τι σχέση είχε ο ταλαντούχος μαύρος με το άφρο μαλλί των Jackson Five με το μεταλλαγμένο πλάσμα που άφησε την τελευταία του πνοή πριν από δύο ημέρες; Χωρίς φύλο, χωρίς χρώμα, χωρίς καταγωγή. Αθυρμα των καιρών ή θύμα αφόρητου άγχους, ανεξέλεγκτων συγκρούσεων και «καταθλιπτικής κατάρρευσης»; Είναι βέβαιο ότι ο Μάικλ Τζάκσον τροφοδοτούσε (και θα συνεχίσει να τροφοδοτεί) δεκάδες αναλύσεις. Κάθε πτυχή της ζωής του βρίσκει ερμηνείες και αναγωγές. Από την περίφημη χορευτική φιγούρα του, το «Μοοnwalk» -όλοι τον έχουμε δει να γλιστράει προς τα πίσω κάνοντας βήματα προς τα μπρος-, τις κακές σχέσεις με τον πατέρα του (που εκμυστηρεύτηκε ο ίδιος αυτοβιογραφούμενος), τον παθολογικό ναρκισσισμό του. Πού συναντήθηκε ο Μάικλ Τζάκσον με τα «έιτις», σε τι τα επηρέασε και πώς επηρεάστηκε από αυτά; Τα ακολούθησε αλλά σε μια πορεία παράλληλη, μοναχική. Κάποτε, προπορεύτηκε, συμβάλλοντας, μάλιστα, αποφασιστικά στην καθιέρωση των video clips όχι μόνο ως μέσου για την προώθηση τραγουδιών αλλά και ως πεδίου καλλιτεχνικής έκφρασης. «Γεφύρωσε το κενό ανάμεσα στο rhythm and blues και στην ποπ μουσική, παράγοντας μια παγκόσμια κουλτούρα», λένε οι ειδήμονες. Η ποπ και η ροκ μουσική συνδέονται με την εικόνα. Ο Τζάκσον όμως δεν στήριξε το «μοντέλο» που διαμόρφωσε. Η σκοτεινή πλευρά του οδήγησε γρήγορα σε μια παράξενη αποδόμηση. Δεν ήταν μόνο η παραμόρφωση των χαρακτηριστικών του. Προστέθηκαν οι κατηγορίες για ασέλγεια εις βάρος ανήλικου αγοριού (το 2003) που τον εξόρισαν, οριστικά, στον κόσμο που είχε εμπνευστεί. Αδιαπέραστο, απρόσιτο, μια απόλυτη κατασκευή. Στις 13 Ιουλίου θα επανεμφανιζόταν στο κοινό με συναυλία στο Λονδίνο. «Ηταν πολύ ουτοπικό να πιστεύουμε ότι σε αυτό το στάδιο της ζωής του ήταν σε θέση να γίνει πάλι αυτός που ήταν», σχολίασαν κοντινά του πρόσωπα. Τι δημιούργησε τον μύθο Μάικλ Τζάκσον; Αναμφίβολα, «άφησε πίσω του μερικά από τα καλύτερα αμερικανικά τραγούδια του 20ού αιώνα», γράφουν οι «Τάιμς». Και η σκηνική παρουσία του και η τομή στην κίνηση, ο τρόπος που στήριξε σωματικά τη μουσική του. Εγινε ο ίδιος μέρος του κόσμου που περιέγραφε. Η ζωή του, ως θρίλερ. Θύμα της μεγαλομανίας του; Τραγουδώντας το «Don’t stop till you get enough» ήταν άραγε μια δήλωση της απληστίας του; Θα μπορούσαμε εύκολα να μιλήσουμε για ένα μεγάλο αλλά βαθύτατα διαταραγμένο ταλέντο. Και εν μέρει θα ήταν αλήθεια. Ομως, ανατρέχοντας στην ιστορία του σταρ σύστεμ και της μουσικής βιομηχανίας, δύσκολα θα διακρίναμε ίνδαλμα χωρίς «ιδιορρυθμίες». Ο Τζάκσον εξέφραζε τη showbiz στην πιο ακραία, ανθρωποφαγική εκδοχή της. Οταν οι άμυνες καταρρέουν και ως μόνη φαντασίωση και απόλαυση απομένει η (αυτο) καταστροφή. Ο Μάικλ Τζάκσον αντανακλούσε την απόλυτη δυσκολία να ζεις την περιπέτεια του θεάματος χωρίς απώλειες. Επιτέθηκε με μανία στο πρόσωπό του, στην όψη του. Αδύναμος να επεξεργαστεί τις εσωτερικές αναταράξεις του, έκανε την εξωτερική του μεταμόρφωση μέρος μιας ποπ σκηνοθεσίας. Μπήκε στην Χώρα του Ποτέ, πιστεύοντας σε υπερφυσικά χαρίσματα. Και χάθηκε. Γιατί δεν ήταν ο Πίτερ Παν. Απλώς, δεν ήθελε να μεγαλώσει.
|