|
Υστερία και υποκρισία
Του Σταθη Kαλυβα*
Οσο προβλέψιμες είναι οι ετήσιες καλοκαιρινές πυρκαγιές που πλήττουν την Ελλάδα, άλλο τόσο προβλέψιμη είναι και η υστερία που τις συνοδεύει. Τα χρόνια περνούν, αλλά τα στοιχεία που την συνθέτουν παραμένουν αναλλοίωτα: η αυτόματη βεβαιότητα πως κάθε πυρκαγιά είναι έργο εμπρηστών, η γενικευμένη καταδίκη της κρατικής μηχανής, η μήνις εναντίον της εκάστοτε κυβέρνησης. Δεν λείπουν ούτε και οι ενστάσεις εναντίον του «νεοφιλελευθερισμού». Με ελάχιστες εξαιρέσεις, επικρατεί σιωπή για τις ευθύνες της κοινωνίας. Ομως, ούτε ο πανικός ούτε η απελπισία μπροστά στο μέγεθος της καταστροφής δικαιολογούν τη στάση αυτή. Γιατί πέρα από άσκοπες, οι αντιδράσεις αυτού του τύπου προσφέρουν ένα βολικό προκάλυμμα για μια εξίσου γενικευμένη υποκρισία. Γιατί υποκρισία είναι να καυτηριάζουν την έλλειψη συντονισμού οι δεκάδες δήμαρχοι, κοινοτάρχες και άλλοι τοπικοί παράγοντες τη στιγμή ακριβώς που απαιτούν πυροσβεστικό αεροπλάνο εκεί που το θέλουν και τη στιγμή που το θέλουν. Υποκρισία είναι να καταδικάζουν την κυβέρνηση οι εκάστοτε αντιπολιτευόμενοι όταν γνωρίζουν πως και εκείνοι θα αντιμετωπίσουν μελλοντικά ως κυβερνώντες τις ίδιες ακριβώς καταστάσεις. Υποκρισία είναι να αποποιείται η εκάστοτε κυβέρνηση την οποιαδήποτε ευθύνη σαν να μην κυβερνάει. Υποκρισία είναι να κόπτονται για το δάσος όσοι (και είναι πολλοί) το αντιμετωπίζουν σε καθημερινή βάση στην καλύτερη περίπτωση ως χωματερή και στη χειρότερη ως οικόπεδο. Υποκρισία είναι να ζητούν άμεση και αποτελεσματική κρατική παρέμβαση όσοι έχτισαν τα αυθαίρετα ή ημιαυθαίρετά τους εκμεταλλευόμενοι ακριβώς την απουσία του κράτους και της εφαρμογής του νόμου. Ποιος κάτοικος της Ανατολικής Αττικής είχε το θάρρος να βγει δημόσια και να πει, όπως έκανε ο ανταποκριτής του BBC στην Ελλάδα Malcolm Brabant, πως αισθάνεται «ένοχος που ζει στο Ντράφι» γιατί η οικοδόμηση του μικρού σπιτιού που νοικιάζει, «όπως και όλων των άλλων σπιτιών στους δασωμένους γκρεμούς και τις βουνοπλαγιές της περιοχής αυτής, έγινε δυνατή μόνο εξαιτίας μιας τρομερής πυρκαγιάς που κατέστρεψε πριν από δέκα χρόνια ένα παρθένο δάσος»; Αν δεν περίσσευε η υποκρισία και αν δεν κυριαρχούσε μια έντονη εσωστρέφεια ίσως να αντιλαμβανόμασταν πως «λύση» στο πρόβλημα των πυρκαγιών δεν πρόκειται να δοθεί ούτε με τη σύλληψη και τιμωρία των υποτιθέμενων εμπρηστών, ούτε με την αντικατάσταση των εκάστοτε κυβερνώντων από τους εκάστοτε αντιπολιτευόμενους, ούτε ακόμα με την (κατά τα άλλα αναγκαία) βελτίωση της πρόληψης και του συντονισμού. Και αυτό γιατί οι καλοκαιρινές πυρκαγιές είναι για τα μεσογειακά πευκοδάση τόσο αναπόφευκτες όσο οι σεισμοί σε μια σεισμογενή περιοχή: πολύ απλά δεν καταργούνται. Γι’ αυτό άλλωστε οι πυρκαγιές δεν κάνουν διάκριση ανάμεσα σε κυβερνήσεις, κρατικούς μηχανισμούς, καθεστώτα και χώρες. Μπορεί η πρόληψη και ο συντονισμός στη Γαλλία, την Ισπανία, την Αυστραλία ή τις Ηνωμένες Πολιτείες να είναι πολύ πιο ανεπτυγμένα απ’ ό,τι στην Ελλάδα, αλλά αυτό δεν έχει οδηγήσει στην αποφυγή των μεγάλων καταστροφικών πυρκαγιών. Εννοείται πως η βελτίωση της πρόληψης μπορεί να μειώσει την έκταση των καταστροφών, αλλά θα πρέπει κάποια στιγμή να απαλλαγούμε από τη γενικευμένη ψευδαίσθηση πως είναι δυνατό να ζήσουμε δίχως τακτικές και μεγάλες πυρκαγιές. Η ψευδαίσθηση αυτή θα ήταν ανέξοδη αν δεν συνοδευόταν από μια κρίσιμη συνέπεια: η συζήτηση να επικεντρώνεται στην αποφυγή των πυρκαγιών και να παρακάμπτει την προστασία των καμένων, αλλά και των ανέπαφων, δασικών εκτάσεων. Αλλωστε δεν πρέπει να παραβλέπουμε πως η καταπάτηση των δημόσιων δασικών εκτάσεων γίνεται, ενδεχομένως πιο συχνά, άνευ πυρκαγιάς. Περισσεύουν, βέβαια, οι διαβεβαιώσεις του τύπου «όπου ήταν δάσος θα ξαναγίνει δάσος». Κρίνοντας, όμως, από το παρελθόν γνωρίζουμε τι αξία έχουν. Είναι γνωστό πως στην Ελλάδα η εφαρμογή των νόμων πάσχει, πως η πολυδιάσπαση της κρατικής εξουσίας (σε περιφέρειες, νομαρχίες, πολεοδομίες κ.λπ.) οδηγεί σε γενική αναποτελεσματικότητα και πως δημόσια περιουσία πρακτικά σημαίνει περιουσία κανενός. Είναι επίσης γνωστό πως η ελληνική κοινωνία είναι άκρως επιθετική σε ό,τι αφορά ζητήματα καταπάτησης, οικοπεδοποίησης και οικοδόμησης. Είναι, λοιπόν, μάλλον απίθανο να προκύψουν λύσεις από την πλευρά του κράτους. Το ερώτημα είναι εάν υπάρχουν δυνάμεις στην κοινωνία που να μπορούν να καλύψουν το κενό. Για παράδειγμα, μια δυνατότητα ανάμεσα σε πολλές άλλες θα ήταν η οργάνωση σε τοπικό επίπεδο εθελοντικών οργανώσεων που θα κατέγραφαν συστηματικά τις καταπατήσεις και θα χρησιμοποιούσαν το υπάρχον νομικό οπλοστάσιο (με δημοσιοποιήσεις και μηνύσεις) για να αυξήσουν το κόστος των καταπατήσεων και της οικοδομικής αυθαιρεσίας. Εντέλει, ένα είναι σίγουρο: η τελετουργικά επαναλαμβανόμενη υστερία λειτουργεί ως άλλοθι για την απραξία καθώς η κοινωνία μεταθέτει τις ευθύνες της στους εμπρηστές, τα «συμφέροντα», τις κυβερνήσεις και το κράτος. Η αλλαγή πορείας θα είναι πολύ δύσκολη αν η κοινωνία δεν συνειδητοποιήσει πρώτα τις τεράστιες ευθύνες που της αναλογούν. * Ο κ. Στάθης Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale.
|