|
Το αξιοθρήνητο επίπεδο του κοινοβουλευτικού λόγου
Tου Στεφανου Κασιματη / kassimatis@kathimerini.gr
Θεωρήστε το επαγγελματική διαστροφή - δεν θα διαφωνήσω. Αλλά, για μία ακόμη φορά, με αφορμή τη χθεσινή ψήφο εμπιστοσύνης στη Βουλή, κάθησα από την Κυριακή και παρακολούθησα τις ομιλίες των βουλευτών. Κάθε φορά που μου δίνεται παρόμοια ευκαιρία, το ίδιο κάνω? τούτη όμως ήταν η πρώτη που συνειδητοποίησα δύο απλά πραγματάκια, που ώς τώρα -περιέργως- μου διέφευγαν: Κατ’ αρχάς, με εντυπωσίασαν οι κακοί τρόποι προς το πραγματικό ακροατήριό τους. Διότι, από τις δεκάδες βουλευτών τους οποίους άκουσα, ένας δεν βρέθηκε να προσφωνήσει τους πρακτικογράφους. Κακώς! Κάκιστα, αφού ο εκάστοτε ομιλητής απευθύνεται κατά κανόνα σε μια ομάδα δέκα -άντε, το πολύ δεκαπέντε- συναδέλφων του, οι οποίοι μάλιστα τον ακούν καθ’ υποχρέωσιν, καθώς ο μοναδικός λόγος για τον οποίο βρίσκονται στο βουλευτήριο και όχι στο καφενείο ή το εντευκτήριο είναι επειδή κάποια στιγμή θα έλθει και η σειρά τους να ανεβούν στο βήμα. Εντούτοις, οι μόνοι μέσα στην αίθουσα που κρέμονται από τα χείλη των ομιλητών και αγωνιούν μην τυχόν τους ξεφύγει καμιά λέξη είναι οι δόλιοι οι πρακτικογράφοι, που δεν μπορούν να κάνουν και αλλιώς, γιατί αυτή είναι η δουλειά τους. Δεν είναι, λοιπόν, ντροπή ότι, ενώ ο κάθε ομιλητής δεν φείδεται ευγενών προσφωνήσεων προς τους συναδέλφους του και τον προεδρεύοντα, όλοι τους αγνοούν εντελώς τους πρακτικογράφους; Είναι... Επειτα, είναι η πρόδηλη αδιαφορία των περισσοτέρων για την ποιότητα του λόγου που εκστομίζουν, συνδυασμένη μάλιστα με έναν εγωισμό, ο οποίος εκδηλώνεται ως απροκάλυπτη περιφρόνηση για τους συναδέλφους τους. Είναι ζήτημα αν μετρώνται στα δάχτυλα του ενός χεριού όσοι τηρούν τον προκαθορισμένο χρόνο. Μιλούν, μιλούν, μιλούν, λες και ποτέ ξανά δεν θα τους δοθεί η ευκαιρία! Και να πεις ότι λένε και τίποτε πρωτότυπο, τίποτε αξιομνημόνευτο; Αναμασούν οι φουκαράδες τα τετριμμένα των «ξύλινων» κομματικών ανακοινώσεων, διαβάζοντας μάλιστα οι περισσότεροι από ένα χειρόγραφο που έχουν μπροστά τους. Η μόνη υφολογική διαφοροποίηση, κατά κανόνα, αφορά το γλείψιμο προς την ηγεσία, που διανθίζει απαραιτήτως κάθε ομιλία. Στο μεταξύ, χτυπάει το κουδούνι που τους ειδοποιεί ότι ξεπέρασαν τον χρόνο και αυτοί συνεχίζουν και συνεχίζουν, αδιαφορώντας αν κλέβουν τον χρόνο των συναδέλφων τους, λες και η επανάληψη ανούσιων και χιλιοειπωμένων πραγμάτων μπορεί να σημαίνει το παραμικρό. Ωστόσο, ασφαλώς και υπάρχουν εξαιρέσεις -ενίοτε μάλιστα λαμπρές- που όμως δεν αναιρούν τον κανόνα. Η μεγάλη μάζα των κοινοβουλευτικών, με τον δημόσιο λόγο που εκφέρει, απλώς εκθέτει όλα τα αμαρτήματα του εκπαιδευτικού συστήματός μας: προτεραιότητα στην ποσότητα αντί για την ποιότητα, βαρετή παπαγαλία και θλιβερή ομοιογένεια στο ύφος. Επόμενο είναι όμως, αφού οι περισσότεροι είναι δημιουργήματα του κόσμου της μεταπολίτευσης: επαγγελματίες κομματικοί και συνδικαλιστές, που σπανίως έχουν διακριθεί σε κάτι εκτός κομματικού στίβου, με τις ίδιες ανεπάρκειες όπως κι εμείς που τους ψηφίζουμε... Χάριν ακριβείας Εργαζόμενοι κρατικών βιομηχανιών διαδήλωναν χθες στο Σύνταγμα, κραυγάζοντας ρυθμικά προς τη Βουλή: «Κλέεε-φτες! Κλέεε-φτες!» Κάποιοι περαστικοί που τους άκουγαν συμπλήρωναν σιωπηρά το σύνθημα, προσθέτοντας: «Που μας διο-ρί-σατε! Που μας διο-ρί-σατε!». Διότι οι διαμαρτυρόμενοι του σήμερα είναι οι διορισθέντες του χθες - ιδίως εφόσον μιλάμε για κρατικές βιομηχανίες... Τρικυμία εν κρανίω Ζούμε δύσκολες ημέρες και αυτό ισχύει για όλους μας. (Πλην πλουσίων, που δεν έχουν λόγο να ανησυχούν για την επομένη ημέρα της καταστροφής και, βεβαίως, ηλιθίων, που ούτως ή άλλως δεν καταλαβαίνουν.) Ορισμένοι δεν αντέχουν την ψυχολογική πίεση και το χάνουν. Ανθρώπινο είναι, χρειάζεται την κατανόησή μας. Τούτων δοθέντων, σας παρουσιάζω τον διάλογο στη Βουλή μεταξύ του βουλευτή του ΠΑΣΟΚ Λάμπρου Μίχου και του γραμματέα της Κ. Ο. της Ν. Δ. Κώστα Τασούλα, όπως έχει καταγραφεί στα πρακτικά. Ο Λ. Μίχος κλείνει την ομιλία του δηλώνοντας ότι θα υπερψηφίσει την κυβέρνηση, διότι με τις θεσμικές μεταρρυθμίσεις που υπόσχεται εγγυάται «την παρεμπόδιση της διαιώνισης των πολιτικών τζακιών». Στο σημείο αυτό, ο Τασούλας τον διακόπτει: «Πώς το είπατε αυτό για τα πολιτικά τζάκια;». Μίχος: «Είπα ότι παρεμποδίζει τη διαιώνιση των πολιτικών τζακιών». Τασούλας: «Αλλά ο κ. Παπανδρέου παραμένει». Μίχος: «Αφήστε, κύριε συνάδελφε! Ξέρω πολύ καλά τι λέω. Ας μείνει ο κ. Παπανδρέου κι ας εξαλειφθούν όλα τα άλλα». Συμπέρασμα: Ο Λάμπρος Μίχος χρειάζεται επειγόντως διακοπές - το λιγότερο... Στοχαστικές προσαρμογές «Η διαδικασία της αναθεώρησης του Συντάγματος, όπως προσδιορίζεται στο άρθρο 110 παρ. 2-6 Σ., είναι αποκλειστική [Ευ. Βενιζέλος 1984, 229]: στο Σύνταγμα δεν προβλέπεται άλλη εναλλακτική διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος. Επομένως αναθεώρηση του Συντάγματος δεν μπορεί να συντελεστεί ούτε με δημοψήφισμα (άρθρο 44 παρ. 2)». Αυτά γράφει ο σημερινός υπουργός Οικονομικών και β΄ αντιπρόεδρος της κυβέρνησης στη σελίδα 86 του συγγράμματός του «Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου». Για ορισμένους εξ υμών, είμαι βέβαιος ότι γεννάται το ερώτημα, πώς τώρα ο διαπρεπής νομοδιδάσκαλος θα καταπιεί τη διδασκαλία του, αφού ο Γεώργιος Β΄ έχει αποφασίσει δημοψήφισμα για την αναθεώρηση του Συντάγματος. Ε, δεν είναι δα και τίποτε δύσκολο για τον Μπένι! Εδώ κοτζάμ Παντελής Οικονόμου, προκειμένου να γίνει υπουργός, κατάπιε τις αντιμνημονιακές θέσεις του και δεν θα τα καταφέρει ο β΄ αντιπρόεδρος, που τέλος πάντων διαθέτει και περισσότερο χώρο;
|