|
Αναψυχή κατά τας Γραφάς
Tου Παντελη Μπουκαλα
Καθόλου δίκιο δεν έχουν όσοι, κατά πόδας του κατηραμένου Ροΐδη, σαρκάζουν την πίστη των ανθρώπων, θεωρώντας τη σκέτο ντύμα και σχήμα κενό. Αν καλοπροσέξουμε, και αν αφήσουμε πρώτα στην άκρη τον δογματικό αρνητισμό μας, θα συμπεράνουμε ότι ακόμα και η κατασκευή αναψυκτηρίων, έστω και ιδιωτικής χρήσεως, στην καρδιά του δάσους, απορρέει από το γεγονός ότι ακούμε σεβαστικά τα ιερά γράμματα και τηρούμε ευλαβικά όσα επιτάσσει το πνεύμα τους. Ακούμε επί παραδείγματι στη νεκρώσιμη ακολουθία, σε στιγμές δηλαδή που η βαθιά συγκίνηση μετατρέπει κάθε λέξη σε σφραγίδα πύρινη, ανεξίτηλη, όσα λέγονται περί «τόπου χλοερού, τόπου αναψύξεως, ένθα απέδρα οδύνη, λύπη και στεναγμός». Οταν πια το πένθος παίρνει να γαληνεύει, όσο είναι δυνατόν, μεταφράζουμε σχεδόν αυτόματα σε πιο γήινη γλώσσα όσα αφορούν τα μεταθανάτια και τα μετακόσμια, για την ύπαρξη των οποίων η αλήθεια είναι πως δεν είμαστε απολύτως πεπεισμένοι. Ως εκ τούτου κρίνουμε ότι δεν υπάρχει λόγος να αναβάλουμε για το πιθανό ή και αμφισβητούμενο κάποτε ό, τι μπορούμε να απολαύσουμε εδώ και τώρα. Βρίσκουμε, λοιπόν, έναν τόπο χλοερό, επίγειο και όχι ουράνιο, ας πούμε στον Υμηττό, με τα πεύκα και τις πρασινάδες του, κι εκεί, μεριμνώντας για την ανάψυξή μας, στήνουμε, τι άλλο, ένα ταπεινό αναψυκτήριο. Κι απ’ την καλή μας την καρδιά, τη χριστιανική, φιλοξενούμε αλλοδαπούς και τους βοηθάμε να πραΰνουν την οδύνη και τη λύπη τους και να πάψουν τους στεναγμούς τους, ώστε να μην ακούσουμε μέσα μας τον Χριστό να μας επιτιμά μ’ εκείνο το αυστηρότατο «ξένος ήμην και ου συνηγάγετέ με». Υπάρχουν όμως κι άλλες μαρτυρίες που επιβεβαιώνουν την πίστη μας. Μήπως δεν είναι δα γνωστό ότι στα νησιά μας δεν χτίζουμε ούτε μια τόση δα βιλίτσα, για να την έχουμε να μελετάμε τας Γραφάς και να ασκητεύουμε, δίχως την άδεια της Ναοδομίας; Αν δεν μας ευλογήσει η μητρόπολη, αν δεν μας δώσει την ευχή της, ούτε τούβλο δεν βάζουμε. Επειτα, σαν αντίχαρη στη χάρη, χτίζουμε όμορφα εκκλησάκια δίπλα σε κάθε οίκημά μας, ακόμα και δίπλα στην πισίνα, να μας προστατεύουν από μάτι φθονερό κι από πολεοδομίες. Γι’ αυτό και την έχουμε τροποποιήσει ελαφρώς την «Ευχή επί θεμελίου οίκου» της παράδοσης. Εκεί που έλεγε «ο Θεός ο Παντοκράτωρ έπιδε επί τον δούλον σου τον ελόμενον εν τω κράτει της ισχύος σου, εγείραι οίκον εις κατοικίας και τω κτίσματι αυτόν ανεγείραι· έδρασον αυτόν επί την στερεάν πέτραν, ην ουκ άνεμος, ουχ ύδωρ ούχ έτερόν τι καταβλάψαι ισχύσει» προσθέσαμε κι ένα «ου Πολεοδομία ου Νομαρχία ου Υπουργείον Περιβάλλοντος». Για να ’χουμε το κεφάλι μας ήσυχο και τη συνείδησή μας αναπαμένη.
|