|
Εξετάζοντας τα κακώς κείμενα
Tου Νικου Κωνστανταρα
Είναι λαμπρή η ιδέα της κυβέρνησης να προτείνει τη σύσταση εξεταστικής επιτροπής στη Βουλή για να διερευνήσει την παραποίηση των δημοσιονομικών στοιχείων της χώρας, είναι εξίσου λαμπρή και η αντιπρόταση της Νέας Δημοκρατίας να διευρυνθεί η εξέταση για να συμπεριλάβει την περίοδο από το 1981, όταν το ΠΑΣΟΚ έσπασε το μονοπώλιο της Δεξιάς στην εξουσία. Και τα δύο κόμματα έχουν δίκιο: και το ΠΑΣΟΚ και η Νέα Δημοκρατία συνέβαλαν τα μέγιστα στον δημοσιονομικό εκτροχιασμό και στην τραγική πτώση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας. Και τα δύο κόμματα έχουν άδικο όταν προσπαθούν να φορτώσουν τις ευθύνες αποκλειστικά το ένα στο άλλο. Γι’ αυτό η πρόταση της κυβέρνησης πυροδότησε νέο γύρο στην αέναη πολιτική αντιπαράθεση, υπονομεύοντας τη συναίνεση που είναι κρίσιμη για να πετύχουν οι αλλαγές που απαιτεί η οικονομία. Επειδή όλα τα κόμματα -και όχι μόνο αυτά που κυβέρνησαν- φέρουν ευθύνη, η μόνη εξεταστική επιτροπή που θα είχε λόγο ύπαρξης θα ήταν αυτή που θα διερευνούσε σε όλες του τις διαστάσεις το οικονομικό πρόβλημα της Ελλάδας, θα ανέλυε τις αιτίες του αδιεξόδου και θα πρότεινε μεταρρυθμίσεις που θα έθεταν τη χώρα σε πορεία ανάπτυξης. Ισως το πιο γόνιμο σημείο για να ξεκινήσει κανείς την έρευνα θα ήταν το 1952, όταν ο καθηγητής Κυριάκος Βαρβαρέσος (που είχε διατελέσει διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος), κατέθεσε στην κυβέρνηση Πλαστήρα τη διεξοδική «Εκθεσιν επί του Οικονομικού Προβλήματος της Ελλάδος». Σε αυτήν ανέλυε τις αδυναμίες και τις δυνατότητες της χώρας. Η έκθεση δεν υιοθετήθηκε και ο συγγραφέας της αποσύρθηκε στις ΗΠΑ, όπου εργάστηκε στη Διεθνή Τράπεζα έως τον θάνατο του, το 1957. Εκτοτε ο κόσμος άλλαξε, όπως και οι δυνατότητες της Ελλάδας. Από εκεί που ήταν καταδικασμένη στη φτώχεια, λόγω της έλλειψης πόρων και της χαμηλής γεωργικής παραγωγής, η Ελλάδα εντάχθηκε στο ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, καρπώθηκε τη βοήθεια των συμμάχων και συνεταίρων της, και πλούτισε χάρη στον μαζικό τουρισμό, την ευρωπαϊκή ενοποίηση και την οικονομική παγκοσμιοποίηση. Αυτά δεν μπορούσε να τα προβλέψει κανείς το 1952. Αλλά ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα που απασχολούσαν την Ελλάδα τότε, και για άλλα 50 χρόνια, ήταν η νομισματική αστάθεια και οι συνέπειές της. Αυτό λύθηκε ως διά μαγείας με την υιοθέτηση του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος, το 2002. Τότε, όπως και τώρα, η Ελλάδα γονάτιζε κάτω από τεράστια χρέη. Ως τεχνοκράτης υπουργός Οικονομικών του Βενιζέλου, ο Βαρβαρέσος διαπραγματεύτηκε με τους ξένους ομολογιούχους, δίνοντάς τους 30% των τόκων για το οικονομικό έτος 1932-33, (όπως γράφει ο Κ.Π. Κωστής στην υποδειγματική έκδοση της έκθεσης από τις εκδόσεις Σαββάλα, το 2002). Επίσης, ο Βαρβαρέσος συμπέρανε ότι «με την σημερινήν διοικητικήν μηχανήν είναι αδύνατος, όχι μόνον η εκτέλεσις μακροχρόνιου οικονομικού προγράμματος, αλλά και η λήψις των στοιχειωδέστερων μέτρων διά την αντιμετώπισιν των σημερινών οικονομικών δυσχερειών». Σήμερα θα αναγκαζόταν να πει τα ίδια, και χειρότερα. Προσέθεσε ότι μόνο η συνεργασία των «κυριωτέρων κομμάτων» θα μπορούσε να βελτιώσει την οικονομική κατάσταση. Σήμερα, μια εξεταστική επιτροπή της Βουλής θα έπρεπε να διερευνήσει τι συνέβη στη Δημόσια Διοίκηση από το 1952 έως σήμερα - ποιοι τη φόρτωσαν με υπεράριθμους υπαλλήλους, έσπασαν τη ραχοκοκαλιά της ιεραρχίας, την εγκατέλειψαν στο λήθαργο και τη διαφθορά. Θα έπρεπε να εξετάσει πού πήγαν τα αμύθητα ποσά που εισέρρευσαν στη χώρα τα τελευταία 30 χρόνια, πώς ξοδεύονται οι φόροι και εισφορές των εργαζομένων, πού προσκρούει κάθε προσπάθεια απλοποίησης των νόμων και γιατί η εκπαίδευση δεν μπορεί να ξεφύγει από το τέλμα. Μια ενωτική και ειλικρινής προσπάθεια να καταγραφούν τα κακώς κείμενα της οικονομίας και πολιτικής ζωής θα αποτελούσε θεμέλιο λίθο για την εξυγίανση και ανάπτυξη της χώρας.
|