|
Διακρινοντας
Ποιητής του πεζού λόγου
Tης Ελισαβετ Kοτζια / ekotzia@yahoo.gr
Αδιαμφισβήτητα, ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης αποτελεί μια σημαντική μονάδα της ελληνικής πεζογραφίας. Αρκετά από τα 27 διηγήματα της τελευταίας του συλλογής «Μεταξύ σφύρας και Αλιάκμονος» (Ελληνικά Γράμματα, σελ. 286) θα μπορούσαν να περιληφθούν σε μια απαιτητική ανθολογία. Στα είκοσι χρόνια της παρουσίας του ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης έχει κυκλοφορήσει έντεκα πεζογραφικά βιβλία. Παρακολουθώντας συστηματικά το έργο αυτό μέσα στα χρόνια που κύλησαν, αντιλαμβανόμαστε τη βαρύτητά του. Πρώτη εμφάνιση το 1989 σε ηλικία τριάντα έξι χρόνων με την αξιοπρόσεκτη συλλογή «Μάτι φώσφορο, κουμάντο γερό». Ακολουθούν έξι διηγηματογραφικές συλλογές, μια εκτενής νουβέλα και τρία μυθιστορήματα. Πιστεύω πως στον συγγραφέα ταιριάζει καλύτερα η μικρή αφηγηματική φόρμα και όχι οι συνθέσεις με σχοινοτενή πλοκή - πως η δύναμή του βρίσκεται στις εξιστορήσεις σε ενεστώτα χρόνο, στην ιχνογράφηση ανθρώπινων χαρακτήρων, στην καταγραφή στιγμιοτύπων, στην ανάδειξη αισθήσεων και βιωμάτων. Ο συγγραφέας έχει μάτι, διαθέτει αυτί και συχνά διακατέχεται από διαβολεμένο κέφι, και άλλοτε αποδίδει τη μελαγχολία και το δράμα - χρησιμοποιεί δηλαδή μια μεγάλη παλέτα με εξαιρετικά πλούσιους συναισθηματικούς χρωματισμούς. Ο τρόπος που ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης αντιλαμβάνεται το περιβάλλον, αποδίδει το συγκεκριμένο, συλλαμβάνει το καίριο, δημιουργεί τη συστοιχία ανάμεσα στην περιγραφή και την απελευθέρωση της συγκίνησης, μαζί με την αλάνθαστη γλωσσική αίσθησή του, τον αναδεικνύει σε ποιητή του πεζού λόγου. Για να περιοριστώ στην πρόσφατη συλλογή με διηγήματα της τελευταίας πενταετίας: Από τους χώρους όπου εκτυλίσσονται αρκετές ιστορίες αποκομίζουμε την αίσθηση μιας ισχυρότατης βορειοελλαδικής ταυτότητας. Οι πολυάριθμες αφιερώσεις που προηγούνται των διηγημάτων μαρτυρούν τον σημαντικό ρόλο που παίζει στον κόσμο του Σκαμπαρδώνη η ανδρική φιλία - ένα κλείσιμο του ματιού, ένα είδος σιωπηρής συνεννόησης, μια πηγή αμοιβαίας αλληλεγγύης που δημιουργείται ανάμεσα σε ανθρώπους του ιδίου φύλου απέναντι σε όσα θεωρούν ουσιαστικά και σημαντικά στη ζωή τους. Αναμενόμενο επομένως και το γεγονός πως το φύλο των διηγηματογραφικών ηρώων είναι ως επί το πλείστον ανδρικό. Οι γυναίκες είναι ελάχιστες, κι απ' αυτές οι περισσότερες με ρόλο όχι ιδιαίτερα κολακευτικό. Ο αφηγητής διακατέχεται από ιδιαίτερη νοσταλγία για την αυθεντικότητα, η οποία απειλείται με εξαφάνιση. Οι άνδρες του είναι δημιουργοί-κατασκευαστές, αριστοτέχνες ποδοσφαιριστές, πολύπειροι κολυμβητές, έμπειροι οδηγοί βαρέων οχημάτων, τεχνίτες που χρησιμοποιούν τα χέρια τους με τέχνη· είναι άνθρωποι με πόθο και καϋμό για την ταπεινή δημιουργία, άνθρωποι με απλότητα, σεμνότητα και σιγουριά, άνθρωποι ανιδιοτελείς και ονειροπόλοι. Και ο αφηγητής καταγίνεται να αποδώσει με οικονομία λόγου κι όσο το δυνατόν πιο πλαστικά, τα κατασκευασμένα με σοφία χειροποίητα αντικείμενα, προσπαθεί να αποτυπώσει όσο το δυνατόν πιο ζωντανά την αντίσταση που προβάλλουν τα υλικά, να ανακαλύψει τα μυστικά των κινήσεων του σώματος, να εντοπίσει το μαγικό σημείο όπου βρίσκοντας τον απόλυτό της ρυθμό, η ανθρώπινη τεχνική συγχωνεύεται για να γίνει ένα με τον ρυθμό της φύσης. Διότι η φύση είναι έντονα παρούσα στις σελίδες αυτές λαμβάνοντας τη μορφή πολυάριθμων ζώων - ψάρια που κολυμπούν σιωπηλά στον άγνωστο βυθό, ζωηρά σέτερ, αθέατα πουλιά, τσαλαπατημένες γάτες, πανέξυπνα ποντίκια και ταχυκίνητα μυρμήγκια. Ο Θεσσαλονικιός πεζογράφος διαθέτει ακόμα το σπάνιο πεζογραφικό προσόν να σε κάνει να ξεσπάς σε γέλια, αναδεικνύοντας μια αίσθηση σουρεαλιστικού χιούμορ. (Δεν είναι άλλωστε τυχαία η νύξη του στον Χαλκιδαίο αριστοτέχνη του υπερρεαλιστικού παράδοξου Γιάννη Σκαρίμπα.) Ξεκαρδιστική λοιπόν η περιγραφή της απαγγελίας ποιημάτων σε καφενείο του χωριού υπό την απειλή καραμπίνας. Το ίδιο και η κατακρήμνιση του ερωτικού πόθου όταν αποδεικνύεται πως η νεαρή περισπούδαστη καλλονή μπερδεύει την προτομή του Ελευθέριου Βενιζέλου με την προτομή του Στάλιν. Και ανεπανάληπτη είναι η σκηνή της αγίας νεοελληνικής οικογένειας σε πλαζ με τον βωμολόχο γίγαντα σύζυγο, την κομψεπίκομψη συμβία του να φλερτάρει αδιάκοπα με τον ανδρικό πληθυσμό που την περιβάλλει, και το υπέρβαρο βλαστάρι τους πάνω σε μια δεμένη στην ελιά φουσκωτή φάλαινα δυόμισι μέτρων. Το πέρασμα του χρόνου και η μελαγχολική ανθρώπινη φθορά υποβάλλονται στο «Ασάλευτο βαγόνι», στη «Ferrari F430» και στο «Χελιδονόψαρα, προσευχηθείτε για μένα», ενώ ο θάνατος εισβάλλει και κυριαρχεί στο «Σιμιγδάλια για το Βιετνάμ», στο «Απνοια στην Τριστινίκα» και στο «Ενα κεφάλι κασέρι, Δημώδες της τάβλας».
|