|
Η ατολμία ως διαφθορά
Tου Xρηστου Γιανναρα
Το πρόβλημα της διαφθοράς στην ελληνική κοινωνία δεν εξαντλείται σε αποσπασματικές περιπτώσεις δημόσιων λειτουργών που χρηματίζονται ή εκβιάζουν πολίτες, ούτε σε πολιτικούς που «διαπλέκονται» με επιχειρηματικά συμφέροντα. Μοιάζει κοινή διαπίστωση η καθολίκευση πια της διαφθοράς, κοινός τόπος η επίγνωση ότι τα τελευταία χρόνια η ελληνική κοινωνία έχει αλλάξει αισθητά προς την κατεύθυνση της αντικοινωνικής συμπεριφοράς, της αχαλίνωτης ιδιοτέλειας, της «ζούγκλας». Οι διαπιστώσεις κυκλοφορούν παντού, κατακλύζουν την καθημερινότητα. Βέβαια, εντοπίζεται συνήθως η διαφθορά στην πλημμυρίδα της αισχροκέρδειας, στη μανία για χρήμα που απανθρωποποιεί τη συμπεριφορά, στην ανικανότητα των πολιτικών να αναχαιτίσουν αυτήν την κοινωνική λοιμική (όταν δεν είναι οι ίδιοι που την προκαλούν). Μιλάμε για καθολίκευση της διαφθοράς, για δραματική αλλαγή της ελληνικής κοινωνίας, αλλά μοιάζει απωθημένη η διερώτηση μήπως η διαφθορά μας περιλαμβάνει όλους στο ποσοστό που ενδίδουμε στην αντικοινωνική εγωκεντρική ωφελιμοθηρεία, στην επιθετική ιδιοτέλεια. Περιορισμένη και η επίγνωση ότι η διαφθορά σήμερα (ίσως και πάντοτε) δεν χαλιναγωγείται με ηθικολογίες, η διαφθορά είναι πρόβλημα κοινωνικό, επομένως πολιτικό, αφού μόνο με θεσμικά μέσα μπορούμε να την πολεμήσουμε. Εχει σημασία να συνειδητοποιήσουμε τους ορισμούς: Διαφθορά είναι η πλήρης φθορά, η εντελής. Και κοινωνική διαφθορά, η πλήρης φθορά των σχέσεων κοινωνίας, η καταστροφή ή αχρήστευση των προϋποθέσεων του συλλογικού βίου. Την κοινωνική διαφθορά συνιστούν οι συμπεριφορές εγωκεντρικής θωράκισης, επιθετικής ιδιοτέλειας, η προτεραιότητα της ατομικής εξασφάλισης, διευκόλυνσης, ηδονής, η αλογία των ενορμήσεων φιλαυτίας. Ετσι, κοινωνική διαφθορά δεν είναι μόνο το να νοσφίζεται ο δημόσιος λειτουργός το δημόσιο χρήμα. Είναι και το να πουλάει ο πολίτης ιδιοτελέστατα την ψήφο του σε κόμμα ή σε πολιτευτή για να τον διορίσει (δίχως αξιοκρατικά κριτήρια) κρατικό υπάλληλο. Οι εξαγορασμένοι διορισμοί δεν είναι μόνο παράδειγμα βάναυσης καταπάτησης των αρχών της ισοπολιτείας και της δικαιοσύνης, είναι και αιτιώδης αρχή της αναξιοκρατίας από την οποία και πηγάζει ποικίλη διαφθορά. Κοινωνική διαφθορά συνιστά η εγωκεντρική αδιαφορία για την ανθρώπινη κοινότητα, τις σχέσεις κοινωνίας, την ύπαρξη και τις ανάγκες των συνανθρώπων. Επομένως, κραυγαλέα διαφθορά είναι –ναι– η παράλληλη διπλο-τριπλή στάθμευση του ιδιωτικού μας αυτοκινήτου, που κυριολεκτικά βασανίζει δεκάδες ή εκατοντάδες οχούμενους συμπολίτες μας. Σαδιστική διαφθορά και αντικοινωνική διαστροφή είναι να διαδηλώνουν λίγα ή πολλά άτομα, στο κέντρο της πόλης, τα συμφεροντολογικά τους αιτήματα ακυρώνοντας κάθε «κοινωνία της χρείας» εκατοντάδων χιλιάδων συνανθρώπων τους. Και έσχατη πολιτική διαφθορά είναι να υπάρχουν κόμματα με «αριστερή» (δηλαδή κοινωνιοκεντρική) ταμπέλα ή λεοντή που υποστηρίζουν την ασυδοσία των διαδηλώσεων μήπως και χάσουν πελάτες. Κριτήριο πιστοποίησης της διαφθοράς είναι ο βασανισμός των πολλών από τους λίγους. Βασανισμός προκλητικός και χυδαίος (όπως η διαδήλωση και διπλο-τριπλή στάθμευση, η κερδοσκοπία, το «λάδωμα», η κατάχρηση) ή ύπουλος και έμμεσος (όπως η αναξιοκρατία, το ρουσφέτι, γενικότερα το κομματικό κράτος, η ατιμωρησία των επαγγελματιών της πολιτικής, η επιβολή αμοραλιστικής ιδεολογίας στην εκπαίδευση). Το δεύτερο, ύπουλο και έμμεσο είδος βασανισμού, συνήθως προηγείται και δίνει το πράσινο φως στην απροσχημάτιστη χυδαιότητα. Αρκεί μια συμβολική χειρονομία αξιωματούχου, μια και μόνη περίπτωση αποκάλυψης ατιμώρητου, επίσημα δικαιολογημένου (εξωραϊσμένου) κοινωνικού εγκλήματος, για να μεταβληθεί το κοινωνικό κλίμα, να μειωθούν δραματικά οι κοινωνικές αντιστάσεις στη διαφθορά. «Δικαιούτο ο κύριος τάδε να κάνει ένα δώρο στον εαυτό του, αλλά όχι και πεντακόσια εκατομμύρια»! Πάγκοινη διαπίστωση ότι αυτή η φράση του Ανδρέα Παπανδρέου λειτούργησε κυριολεκτικά σαν καταλύτης αλλαγής του κοινωνικού κλίματος στην Ελλάδα, μετάγγισε στους πολίτες την αίσθηση ότι «όλα επιτρέπονται», ο αμοραλισμός είναι ζηλευτό προτέρημα των «προοδευτικών» ανθρώπων. Μια έκφανση της καθολικευμένης διαφθοράς είναι και η απίστευτη ανοχή ακόμη σήμερα της ελληνικής κοινωνίας για το κόμμα του Ανδρέα Παπανδρέου: Κόμμα που νομιμοποίησε στην πράξη τον αμοραλισμό, τον κατέστησε υπόδειγμα βίου. Εξωράισε τη συνδικαλιστική τρομοκρατία, τις απεργίες «κοινωνικού κόστους» σαν όπλο «αγώνων» καταναλωτικής απληστίας, ταύτισε τον πατριωτισμό με τον φασιστοειδή εθνικισμό εξαρθρώνοντας την κοινωνική συνοχή των Ελλήνων. Και όλα αυτά έχοντας κομματική προμετωπίδα τον «κοινωνισμό» (σοσιαλισμό) αδιάντροπα, ατιμώρητοι ώς σήμερα από τον λαό που διέφθειραν. Πρόβλημα πολιτικό η κοινωνική διαφθορά και η καθολικευμένη διαφθορά, καθολικευμένο πολιτικό πρόβλημα – σημάδι δυσοίωνο κατάρρευσης του πολιτικού συστήματος. Θεμελειώδεις αφετηρίες (πρωτεύοντα γενεσιουργά αίτια) κοινωνικής διαφθοράς έχουν αποδειχθεί τόσο το «κομματικό κράτος» (η υποταγή των κρατικών μηχανισμών και λειτουργιών στη σκοπιμότητα επανεκλογής του κυβερνώντος κόμματος) όσο και η έλλειψη «εσωκομματικής δημοκρατίας» (η ανεξέλεγκτη παντοδυναμία του αρχηγού και των λακέδων του). Οι δύο αυτές μήτρες κοινωνικής διαφθοράς είναι και τα κλειδιά για μια ρεαλιστική πολιτική αντιμετώπιση της καθολικευμένης λοιμικής. Η σημερινή κυβέρνηση εξελέγη, πριν από δυόμισι χρόνια, από εκείνη τη μερίδα της κοινωνίας που ένιωθε πια (αν και με πολλή καθυστέρηση) βασανιστική την ίδια τη δική της διαφθορά. Ελπισαν οι ψηφοφόροι ότι αυτό το κόμμα που του έδιναν την ψήφο τους, αν και ανύπαρκτο για την κοινωνία και για την πολιτική επί δύο δεκαετίες, θα φιλοδοξούσε να παλαίψει για όσα πριν από τις εκλογές με μένος ενάντια στη διαφθορά επαγγελλόταν – η ελπίδα για γόνιμη φιλοδοξία βασιζόταν στη σχετικά νεαρή ηλικία του αρχηγού. Γρήγορα όμως έγινε φανερό, τουλάχιστον στους απροκατάληπτους, το φιάσκο: Ιδεώδες και πρότυπο για το κυβερνών πια κόμμα συνέχιζε να είναι (όπως και στα προηγούμενα είκοσι χρόνια που βρισκόταν στην αντιπολίτευση) ο παπανδρεϊσμός. Μοναδική φιλοδοξία η νομή της εξουσίας, όχι η διακονία της κοινωνίας. Το κομματικό κράτος και η εσωκομματική απολυταρχία παρέμεναν οι βασικοί τρόποι άσκησης του κυβερνητικού έργου. Ο σχετικά νεαρός αρχηγός δεν μπόρεσε να διαβλέψει πως αν τολμούσε τομές ο λαός θα τον λάτρευε, θα τον ψήφιζε για δεκαετίες ηγέτη του. Δεν είχε τη στόφα, δεν είχε το ανάστημα, ακολούθησε τη δειλοκαρδία μιας διαχειριστικής πολιτικής. Συνέχισε να ξορκίζει τη διαφθορά με ρητορικές μεγαλοστομίες, αλλά η διαφθορά ξεφυτρώνει κάθε τόσο ανάμεσα στα πόδια του – ίσως για να του θυμίζει ότι μόνο με θεσμούς, με θεσμικές τολμηρές τομές, πολεμιέται το τυραννικό θηρίο. Αραγε πρόκειται για μια ακόμα χαμένη ευκαιρία ή για την αμείλικτη νομοτέλεια της καθολικευμένης πια κοινωνικής διαφθοράς;
|