|
Μαθήματα διπλωματίας ενός Αμερικανού πατριώτη
Tου Θεοδωρου Kουλουμπη*
Στο σημερινό άρθρο θα ήθελα να σχολιάσω το πολύ ενδιαφέρον –υπό έκδοση– βιβλίο του Brady Kiesling1, ο οποίος έγινε γνωστός στην Ελλάδα για την απόφασή του να παραιτηθεί από την αμερικανική διπλωματική υπηρεσία ως ένδειξη διαμαρτυρίας στην πρόθεση της κυβέρνησης Μπους να εξαπολύσει τον πόλεμο (2003) κατά του Σαντάμ Χουσεΐν στο Ιράκ. Το βιβλίο του Kiesling θα γίνει, κατά τη γνώμη μου, απαραίτητο ανάγνωσμα για νέους και νέες που φιλοδοξούν να υπηρετήσουν στην αμερικανική διπλωματική υπηρεσία. Επίσης, θα κεντρίσει τη σκέψη και θα φωτίσει εν ενεργεία διπλωμάτες, αξιωματούχους των ενόπλων δυνάμεων και υπηρεσιών πληροφοριών, δημοσιογράφους, κοινοβουλευτικούς, λομπίστες, επιχειρηματίες και πανεπιστημιακούς που καταπιάνονται με τη διαμόρφωση και την αξιολόγηση της εξωτερικής πολιτικής. Σε ένα αριστοτεχνικά διατυπωμένο πρώτο κεφάλαιο, ο συγγραφέας ξεδιπλώνει τη βαθιά συνειδησιακή του αγωνία που οδήγησε στην παραίτηση επάνω στην ακμή της σταδιοδρομίας του. Διαφωνούσε απόλυτα με την αδικαιολόγητη επιμονή της ομάδας Μπους να εμπλέξει τις ΗΠΑ σε πολεμική περιπέτεια, στην καρδιά της Ασίας, στο πολιτικά αδιευκρίνιστο Ιράκ. Ο Brady Kiesling αναδύεται –από τον τρόπο σκέψης και έκφρασής του – σαν ένας γνήσιος πατριώτης. Είναι περήφανος για τη χώρα του και για τις αξίες και πράξεις της στους περίπου δυόμιση αιώνες της ιστορίας της. Η κεντρική πρόταση του Kiesling –που διαπερνάει και τα δεκαπέντε κεφάλαια της εργασίας του– είναι ότι η διπλωματική υπηρεσία χωρίζεται σε δύο τύπους: τους «διπλωμάτες» και τους «γραφειοκράτες». Οι πρώτοι, ίσως η πλειονότητα, ενεργοποιούνται από μιαν αστείρευτη περιέργεια για την εικόνα του λαού στη χώρα υποδοχής τους, είναι γενικά σκεπτικιστές γι’ αυτό που ονομάζεται «πραγματικότητα» και στις αναφορές τους λένε τα πράγματα με το όνομά τους, μην προσπαθώντας να μαντέψουν τι θα προτιμούσε να ακούσει η πολιτική ηγεσία. Με λίγα λόγια, δεν θυσιάζουν την ευθυκρισία τους απλώς και μόνο για να εξασφαλίσουν την επόμενή τους προαγωγή. Ο δεύτερος τύπος –οι γραφειοκράτες– είναι μια θορυβώδης και ενεργητική μειονότητα. Καταφέρνουν συνήθως να φθάσουν πρώτοι στα πρεσβευτικά επίπεδα, καθώς η περιέργειά τους εστιάζεται στις προσωπικές, κομματικές και γραφειοκρατικές διαμάχες της Ουάσιγκτον. Δεν τους ενδιαφέρει η λεπτομέρεια και η πολυπλοκότητα της πολιτικής σκηνής της χώρας υποδοχής –ιδίως αν είναι μικρή και λιγότερο αναπτυγμένη– και μόνη τους έγνοια είναι να εντοπίσουν τις αδυναμίες των ενδοϋπηρεσιακών ανταγωνιστών τους. Για τους γραφειοκράτες, η ικανοποίηση του εκάστοτε «ηγεμόνα» στον Λευκό Οίκο μετράει περισσότερο από την οξυδερκή παρατήρηση της δυναμικής των εξελίξεων και τον εντοπισμό των κινδύνων που συνεπάγεται το απλουστευτικό σύνθημα: «καλοί εναντίον κακών». Τα κεφάλαια 2 έως 14 της προκλητικής μελέτης του Kiesling περιέχουν μια σωρεία οδηγιών για τους Αμερικανούς πολιτικούς ηγέτες. Ο συγγραφέας δεν είναι αιθεροβάμων ή αθεράπευτα ιδεαλιστής. Πιστεύει σε αυτό που αποκαλεί «αξιοκρατικά θεμελιωμένο ρεαλισμό». Βασιζόμενος στο γνήσιο πνεύμα του Μακιαβέλι, συμπεραίνει ότι δεν αρκεί για τη μοναδική παγκόσμια υπερδύναμη να προκαλεί τον φόβο. Πρέπει ο φόβος να συνδυάζεται με αξίες, όπως η εκτίμηση και ο σεβασμός. Ετσι, ο Kiesling σε κάθε βήμα της ανάλυσής του θεωρεί τον πόλεμο ως εργαλείο ύστατης επιλογής και προβάλλει διαδικασίες όπως η δημόσια διπλωματία (πρώην προπαγάνδα) και άλλες μη βίαιες μεθόδους για την προώθηση των καλώς εννοουμένων αμερικανικών συμφερόντων. Πλούσια παραδείγματα προσφέρονται συχνά και είναι επιλεγμένα από την υπηρεσία του σε χώρες όπως η Ελλάδα, η Αρμενία, το Ισραήλ, το Μαρόκο, η Ινδία και η Ρουμανία. Υπάρχει ένα κεντρικό πολιτικό (όχι απαραιτήτως κομματικό) μήνυμα στη δουλειά του Kiesling: η κυβέρνηση Μπους βαθμολογείται ως άκρως ανεπαρκής. Χαρακτηριστικά σημειώνει ο συγγραφέας (σελ. 210) ότι «ο υπουργός Donald Rumsfeld υποστήριζε με ιδιαίτερη έπαρση στο κείμενο National Defense Strategy - 2005, ότι τα διεθνή φόρα και οι νομικές διαδικασίες αποτελούν –όπως και στην περίπτωση της τρομοκρατίας– τη στρατηγική των αδυνάτων». Συστηματικά, επομένως, ο Kiesling επικρίνει την κοσμοθεωρία του Αμερικανού υπουργού Αμυνας. Μερικές από τις πιο εύστοχες παρατηρήσεις του επικεντρώνονται στην τρομοκρατία και την ολέθρια συνταγή των νεοσυντηρητικών κύκλων της Ουάσιγκτον μετά την τραγωδία των Δίδυμων Πύργων της Νές Υόρκης στις 11 Σεπτεμβρίου 2001. Οι συμβουλές του πρώην διπλωμάτη προς την κεντρική εξουσία είναι πάντοτε εύστοχες και διαυγείς: 1. Μην εξαπολύετε προληπτικούς πολέμους που βασίζονται σε λανθασμένη πληροφόρηση, ιδίως αν αυτή πηγάζει από εξόριστους μνηστήρες της εξουσίας (τύπου Αχμέτ Τσαλάμπι). 2. Συγκρίνετε τις πληροφορίες υπηρεσιών όπως οι NSA, CIA, DIA, FBI, INR με τις τακτικές αναφορές των διπλωματών σας. 3. Μην επιλέγετε, μεροληπτικά, τις απεικονίσεις εκείνες που στηρίζουν προειλημμένες αποφάσεις. 4. Ενθαρρύνετε το διπλωματικό προσωπικό και τις συνεργαζόμενες υπηρεσίες να μαθαίνουν καλά τη γλώσσα της χώρας όπου υπηρετούν. Το 95% της αντικειμενικής πληροφόρησης προέρχεται από ανοιχτές (μη διαβαθμισμένες) πηγές. 5. Ρίξτε το βάρος σας σε προγράμματα πολιτισμού και δημόσιας διπλωματίας και αποφεύγετε τις λεγόμενες μυστικές δραστηριότητες που μόνο κακό προκαλούν στην εικόνα των ΗΠΑ, όποτε αυτές ξεσκεπάζονται (πράγμα που συχνά γίνεται στις μέρες μας). 6. Με βάση προσεκτικές εκτιμήσεις να προετοιμάζετε εγκαίρως σενάρια απεγκλωβισμού (exit strategies) σε περίπτωση που τα πράγματα εξελιχθούν αρνητικά – π.χ. Κορέα, Βιετνάμ, Ιράκ. 7. Να θυμάστε ότι είστε επικεφαλής μιας προνομιούχου και πανίσχυρης χώρας που έχει κάθε λόγο να διατηρεί το status quo. Επομένως, αν η επιχείρηση εκδημοκρατισμού –ιδίως στην ευρύτερη Μέση Ανατολή– οδηγήσει στην αναρχία και στο χάος, να θυμάστε την τουρκική παροιμία «… να ζήσει χίλια χρόνια το φίδι που δεν με δαγκώνει». 8. Πάντοτε –ως πολιτικοί– να εμπιστεύεστε τους επαγγελματίες διπλωμάτες και να τοποθετείτε τα συμφέροντα της Αμερικής πάνω από κομματικά (επανεκλογή) και προσωπικά (επανεκλογή) συμφέροντα. Δεν είμαι βέβαιος ότι κατάφερα σ’ αυτήν τη σύντομη επιφυλλίδα να αναδείξω την αξία αυτού του πολύπλοκου βιβλίου για τα διλήμματα της διεθνούς πολιτικής. Είμαι, πάντως, βέβαιος ότι ο Brady Kiesling, ένας νεαρός σαρανταεπτάρης, έχει πολλά να προσφέρει στα χρόνια που έρχονται στον αγώνα για να επιστρέψει η Αμερική σε προσανατολισμό αντάξιο των ημερών του Σχεδίου Μάρσαλ. Ο καλύτερος τρόπος να κλείσουμε αυτήν την επιφυλλίδα είναι με ένα απόσπασμα από την επιστολή παραίτησης του Kiesling (24 Φεβρουαρίου 2003) με παραλήπτη τον υπουργό Εξωτερικών Colin Powell: «Κύριε υπουργέ, τρέφω τεράστιο σεβασμό στο πρόσωπο και τις ικανότητές σας… Αλλά η αφοσίωσή σας στον πρόεδρο είναι υπερβολική. Δοκιμάζουμε, πέρα από τα όρια αντοχής του, το διεθνές σύστημα που εμείς οι ίδιοι δημιουργήσαμε με τόσο κόπο και τόσο χρήμα – ένα δίκτυο νόμων, συνθηκών οργανισμών και κοινών αξιών που συγκρατεί (περιορίζει) τους εχθρούς μας πολύ πιο αποτελεσματικά σε σύγκριση με τυχόν περιορισμούς στην ικανότητα της Αμερικής να προστατεύσει τα δικά της συμφέροντα». Αξίζει να συγκρίνει κανείς τις παραπάνω σκέψεις με την απάντηση του Richard Haass (17 Μαρτίου 2003) εκ μέρους του υπουργού Powell. «Oι ενέργειές μας στο Ιράκ είναι απολύτως συμβατές με τις αμερικανικές αξίες και τα αμερικανικά συμφέροντα. Αντικατοπτρίζουν τον στόχο μας να προστατεύσουμε τον αμερικανικό λαό και τη διεθνή κοινότητα από τη διογκούμενη απειλή των όπλων μαζικής καταστροφής που βρίσκονται στα χέρια (sic) του ιρακινού καθεστώτος». * Ο Θεόδωρος Κουλουμπής είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών. 1. John Brady Kiesling, Diplomacy Lessons: Realism for an Unloved Superpower, Washigton, D.C., Potomac Books, 2006.
|