|
Τρεις όψεις της εξουσίας
Tης Μαριας Κατσουνακη
Ο ένας πρόεδρος μπερδεύει το Γκουαντάναμο με την… Γκουανταναμέρα, ο άλλος στηρίζει το εγκληματικό καθεστώς των Κόκκινων Χμερ δηλώνοντας ότι επιτελεί ανθρωπιστικό έργο, ο τρίτος κάνει την αυτοκριτική του: «Τι θα θυμούνται από τον Αντρεότι; Οτι ήταν βαρετός χωρίς ανθρώπινη συμπόνοια». Ο Τζορτζ Μπους, ο Ρίτσαρντ Νίξον και ο Τζούλιο Αντρεότι βρίσκονται στο προσκήνιο αυτή την περίοδο μέσα από τρεις ταινίες. Την πρώτη, «W», υπογράφει ο Ολιβερ Στόουν, τη δεύτερη, «Frost/ Nixon: Η αναμέτρηση» ο Ρον Χάουαρντ (προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης) και την τρίτη, «Il Divo» (την πιο ενδιαφέρουσα κινηματογραφικά), ο Πάολο Σορεντίνο. Η προσέγγιση των τριών πολιτικών, αν και από διαφορετικές οπτικές γωνίες, συνθέτει ένα πολυπρισματικό πορτρέτο της εξουσίας: Γκροτέσκο, σκοτεινό, διφορούμενο. Ο Μπους μπορεί να ήταν ο πρόεδρος «που ήθελε να αφήσει τα σημάδια του στην ιστορία», σύμφωνα με τον Στόουν, αλλά αυτό δεν τον εμπόδιζε να «μιλάει σαν ηλίθιος» και να τρώει με έναν τρόπο που θα εξόργιζε και τον πιο τσαπατσούλη και βουλιμικό συνδαιτυμόνα. Ενα παιδί κακομαθημένο και απαξιωμένο από τον πατέρα του, που αποδείχθηκε καταστροφικός για τη χώρα. Ο Ρον Χάουαρντ σκιαγραφεί το πορτρέτο του Νίξον μετά την πτώση του, μέσα από μια τηλεοπτική συνέντευξη στην οποία αναδεικνύεται ένας άνθρωπος άκαμπτος και ισχυρογνώμων. Δύο Αμερικανοί πολιτικοί με αλλεργικές αντιδράσεις στη δημοκρατία, που λάτρεψαν τους πολέμους χωρίς να ενδιαφέρονται στο ελάχιστο για το κόστος και τις συνέπειες. Η οπερατική σύλληψη του Πάολο Σορεντίνο κινείται στις υποφωτισμένες περιοχές μιας αινιγματικής προσωπικότητας, όπως του Χριστιανοδημοκράτη, επτά φορές πρωθυπουργού της Ιταλίας, Τζούλιο Αντρεότι. Η ευρωπαϊκή κινηματογραφική ματιά είναι πιο σύνθετη, σαρκαστική και πολυπρόσωπη. Ενας ολόκληρος «θίασος ποικιλιών» κινεί τα νήματα στο παρασκήνιο. Μαφία, σκάνδαλα, διαπλοκές. «Εχετε χορέψει, πρόεδρε;» ρωτά τον Αντρεότι σύζυγος υπουργού σε μια δεξίωση. «Ολη μου τη ζωή, κυρία», απαντά εκείνος με το ίδιο ανέκφραστο προσωπείο που υποδεχόταν κάθε ολέθρια για τη διακυβέρνησή του εξέλιξη. Σαν φιγούρα ενός πνευματώδους, σιωπηλού, σχεδόν ακίνητου κόμιξ, με τους κυρτούς ώμους, τα τεράστια γυαλιά και τα κακοσχηματισμένα αυτιά, άφηνε ελάχιστα περιθώρια γοητείας ή συμπάθειας. Κι όμως, ο Σορεντίνο με προσοχή ανασυνθέτει την ιδιοσυγκρασία ενός μακιαβελικού χαρακτήρα, ταπεινής καταγωγής, που, όπως έλεγε, «προτιμούσε να τον θεωρούν καλλιεργημένο άνθρωπο παρά μεγάλο πολιτικό». Πίσω από χαοτικά λάθη, μικρονοϊκές πολιτικές, ασύλληπτες διαπλοκές και εγκληματικές σκοπιμότητες, τρεις ισχυροί άνδρες προτείνουν, ο καθένας από το δικό του «οβάλ γραφείο», μια διαφορετική ανάγνωση της εξουσίας ή του εξουσιαστικού συνδρόμου. Ο πολιτικός βίος τους, πληκτικό ή συναρπαστικό αφήγημα, συνοψίζεται στην απάντηση του Τζούλιο Αντρεότι όταν τον προτείνουν για την πολυπόθητη Προεδρία της Δημοκρατίας: «Ξέρω ότι είμαι μετρίου αναστήματος, αλλά δεν βλέπω και κανέναν γίγαντα δίπλα μου…».
|