|
Ρεαλισμός και πατριωτισμός
Του Aλεξη Παπαχελα
Προ έτους περίπου ξεκίνησε από τις στήλες της «Κ» ένας διάλογος για το αν η Ελλάδα έπρεπε να καταλάβει τη Σμύρνη το 1919, για το ποιος ευθύνεται για την καταστροφή του 1922 και το κατά πόσον έπρεπε να εκτελεσθούν οι «Εξι». Δεν φανταζόμασταν ποτέ το πάθος και την ένταση αυτού του διαλόγου ενήντα χρόνια από τότε που ο Ελληνισμός της Ιωνίας εγκατέλειψε τα «άγια χώματα». Ακόμη και ανάμεσά μας, οι αρθρογράφοι της εφημερίδας δεν συμφωνούμε πάντοτε. Είναι εύκολο να κατηγορήσει κανείς τον Βενιζέλο για μεγαλοϊδεατισμό όταν αποφάσισε να δεχθεί την, όντως ασαφή, εντολή των Μεγάλων Δυνάμεων για την αποβίβαση στη Σμύρνη. Τότε όμως ακόμη η μεγάλη ιδέα εκινείτο στη σφαίρα του εφικτού, καθώς η ευρύτερη περιοχή ζούσε τεκτονικές αλλαγές από τη διάλυση διαρκείας του «Μεγάλου Ασθενούς». Ο Βενιζέλος διακρινόταν από τον ρεαλισμό, αλλά και μια απίθανη ικανότητα να «διαβάζει» με ακρίβεια την ισορροπία δυνάμεων της εποχής του. Αυτό προφανώς φάνηκε στους βαλκανικούς πολέμους, αλλά και στην άρνησή του να ανοίξει άκαιρα άλλα μέτωπα. Ηταν όμως και ο ίδιος πολύ σημαντικός «παίκτης» του διπλωματικού παχνιδιού. Διαβάζοντας παλαιότερα το βιβλίο της Μακμίλαν για τη Διάσκεψη των Παρισίων ένιωσα, ομολογώ, υπερηφάνεια γιατί η Ελλάδα εκπροσωπείτο σε μια τόσο ιστορική στιγμή από έναν ηγέτη που στεκόταν ως statesman απέναντι στους ηγέτες πολύ μεγαλύτερων και σημαντικότερων στιγμών (όπως θα συνέβαινε με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή την περίοδο της ένταξης της Ελλάδος στην ΕΟΚ). Ο Βενιζέλος είδε την ευκαιρία στο Παρίσι και την άδραξε, όπως θα έκανε κάθε μεγάλος ηγέτης. Προφανώς επρόκειτο για στοίχημα χωρίς καμιά εγγύηση επιτυχίας, αλλά έβαζε την Ελλάδα στο μεγάλο παιχνίδι της εποχής. Ο Λίνκολν έλεγε πως ένας ηγέτης πρέπει να είναι μπροστά από τον λαό του, αλλά όχι τόσο μπροστά ώστε να μην τον βλέπουν. Αυτό έπαθε ο Βενιζέλος το 1920 όταν πήρε τη μοιραία απόφαση να προκηρύξει εκλογές έχοντας απέναντί του έναν κουρασμένο λαό. Προσωπικώς πιστεύω ότι αν είχε παραμείνει στην εξουσία θα είχε (α) χειρισθεί πολύ πιο αποτελεσματικά τις Μεγάλες Δυνάμεις και (β) προβλέψει πολύ πιο έγκαιρα τη μεταστροφή τους. Το τι θα έκανε εκείνος ανήκει στα μεγάλα ΑΝ της Ιστορίας. Ενδεχομένως να είχε ανταλλάξει τη Σμύρνη με την Ανατολική Θράκη, ίσως πάλι να είχε περιορισθεί στην ίδια την παράλια πόλη διαπραγματευόμενος κάποιο ειδικό στάτους. Ούτως ή άλλως, πάντως, είναι πολύ πιθανό πως από την ώρα που ξύπνησε το «κτήνος του τουρκικού εθνικισμού» ο Ελληνισμός δεν θα είχε μέλλον στο έδαφος της σημερινής Τουρκίας. Σε κάθε περίπτωση ο Βενιζέλος ήταν η καλύτερη περίπτωση για να χειρισθεί την επωδό της καταστροφής. Διαπραγματεύθηκε τη Λωζάννη που συνέφερε απόλυτα την Ελλάδα και άντεξε 90 χρόνια, επέμεινε στην απομάκρυνση των Τούρκων από την Κρήτη και τη Μακεδονία και προσπάθησε να γυρίσει σελίδα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Αν μη τι άλλο, λοιπόν, μπορούμε να συμφωνήσουμε πως ο Βενιζέλος εκπροσωπεί το υπόδειγμα ηγέτη, ο οποίος συνδυάζει από τη μια τον πατριωτισμό και τη γενναιότητα και από την άλλη τον ρεαλισμό. Είναι ο συνδυασμός που όποτε επετεύχθη πήγε την Ελλάδα μπροστά.
|