|
ΠΤΥΧΕΣ
Καμιά ειλικρίνεια, μόνο φόβος
Tης Μαριας Κατσουνακη
«Μη γενικεύεις ποτέ. Να είσαι περίπου ακριβής. Οι συγκρίσεις είναι τόσο κακές όσο και τα κλισέ σε μια έκθεση. Η υπερβολή είναι ένα εκατομμύριο φορές χειρότερη από κάθε άλλο νοηματικό λάθος. Η παθητική φωνή πρέπει να αποφεύγεται. Ποτέ μην ξεκινάς μια πρόταση με ένα σύνδεσμο...». Τα σημεία που θα πρέπει να προσέξει κανείς γράφοντας μια έκθεση αθροίζονται σε 14. Αλλά θα μπορούσαν να είναι και περισσότερα, λιγότερα, διαφορετικά ή κανένα. Και, ήδη, έχουμε παραβεί μία από τις βασικές αρχές. Ξεκινήσαμε μια φράση με σύνδεσμο και εάν συμμετείχαμε στις Πανελλαδικές θα κινδυνεύαμε να βρεθούμε... εκτός συναγωνισμού. Από το «μην αγχώνεσαι, ρε, για την Εκθεση» έως το «άπονη ζωή, μας πέταξες στου δρόμου την άκρη» (κρίσεις υποψηφίων λίγο πριν, λίγο μετά), η απόσταση είναι αμελητέα. Δύο μονάδες (που αφαιρούνται από το κείμενο της Εκθεσης για να αποδοθούν στις ασκήσεις) είναι η (νέα) αφορμή για να επανενεργοποιηθεί το χάσμα ανάμεσα στην εκπαιδευτική κοινότητα και το υπουργείο Παιδείας, ανάμεσα στους καθηγητές, ανάμεσα στους καθηγητές και τους μαθητές κ. ο. κ. Ολα τα δυνατά ζεύγη, σε μια παρτίδα που διαρκεί χρόνια, βρέθηκαν (και πάλι) αντιμέτωπα. «Σιγά και τι έγινε... Ισως να ’ναι και καλύτερα. Σε ένα μάθημα που ούτε αξιοκρατικά ούτε αντικειμενικά βαθμολογείται αφαιρούνται δύο μονάδες για να προστεθούν στις γλωσσολογικές ασκήσεις που έχουν δεδομένες λύσεις». Η νεαρή φοιτήτρια (πλέον) κοιτάζει τις εισαγωγικές με απόσταση και γνώση. «Δώστε βάση σε αυτό το “σιγά και τι έγινε...”. Είναι η ουσία όλου του κειμένου σας», σχολιάζει χαρισματικός φιλόλογος, με πολύχρονη εμπειρία στη διδασκαλία της Εκθεσης σε κεντρικά φροντιστήρια. «Αλλού είναι το θέμα: ο φόβος. Τα παιδιά δεν μπορούν να γράψουν τις απόψεις τους επειδή φοβούνται τον διορθωτή. Ετσι καταφεύγουν στις “κονσέρβες”, στην κατεστημένη άποψη, σε αυτό που περιμένω εγώ κι εσείς. Σφίγγονται και αντί να μιλήσουν απλά, περιπλέκουν και περιπλέκονται. Μιλούν με σαφήνεια και γράφουν με ασάφεια». — Εκφράζονται τα παιδιά μέσα από την Εκθεση; — Καθόλου. Καμία ειλικρίνεια. Μόνο φόβος. — Κι εσείς τι προτείνετε; — Ο, τι μου υπαγορεύει η κοινή λογική. Να μη γράφουν εξεζητημένα ή προκλητικά. — Ο τηλεοπτικός «πολιτισμός» φτωχαίνει τη γλώσσα, λένε οι φιλόλογοι και όχι μόνο. Συμφωνείτε; — Υπάρχει δυσχέρεια στον συντεταγμένο λόγο, αλλά δεν νομίζω ότι πρέπει να δαιμονοποιούμε την τηλεόραση ούτε να μεμψιμοιρούμε. Ας μην ξεχνάμε ότι το φαινόμενο είναι διεθνές. Στην άλλη πλευρά της τηλεφωνικής γραμμής, ένας διακεκριμένος εκπαιδευτικός και φιλόλογος, ο Λαοκράτης Βάσσης: — Πώς κρίνετε το νέο μέτρο; — Στο βάθος βλέπω αυτήν τη λογική που διαπερνά όλα τα υποτιθέμενα μεταρρυθμιστικά μέτρα του υπουργείου Παιδείας. Και δεν είναι άλλη από τη λογική της επιβράβευσης της ελάσσονος προσπάθειας. Μέσα από την «αντικειμενικοποίηση» της βαθμολογίας υπηρετείται η λογική της ευκολίας. Ολα κατατείνουν σε ένα σύστημα ερωτήσεων πολλαπλής επιλογής το οποίο θα οδηγήσει στον άναρθρο άνθρωπο. Περίπου: πονάει κεφάλι κόβει κεφάλι, αντί για μια γενικότερη ποιοτική αναβάθμιση του όλου εξεταστικού συστήματος. Θεωρώ πλήγμα κατά του ελληνικού λόγου αυτό το μέτρο. — Διδάσκεται η Εκθεση, κ. Βάσση; — Ναι. Μαθαίνεις να γράφεις, να σκέφτεσαι. Εδώ, όμως, αντί να αναδιαμορφώσουν την διδασκαλία της, να γίνει μάθημα σύγχρονου και κριτικού προβληματισμού, την καταργούν. Αντιμετωπίζουν την Εκθεση σαν μπελά από τον οποίο προσπαθούν με κάθε τρόπο να απαλλαγούν. Υποτίμηση του γραπτού λόγου ή περισσότερη διαφάνεια σε μια υποκειμενική αξιολόγηση; Οι «δύο βαθμοί» που τάραξαν την ισορροπία τρόμου έχουν πολλές αναγνώσεις. Η απάντηση οφείλει να μην είναι μονολεκτική. Ομως, η ιστορία των Πανελλαδικών Εξετάσεων μοιάζει με το χιλιοτρυπημένο και χιλιομπαλωμένο σακάκι του μακαρίτη. Αλλάζει σώματα, προσαρμόζεται με μικρότερες ή μεγαλύτερες μετατροπές, όλοι βλέπουν τις φθορές, σε κανένα δεν αρέσει, αλλά κανείς δεν το αποσύρει. Τα χρόνια περνούν κι εκείνο παραμένει, ζωντανή υπόμνηση από ήττες, αμέλειες, προσπάθειες που δεν τελεσφόρησαν. Γιατί άραγε; «Να αποφεύγετε ρητορικές ερωτήσεις». Το 12ο από τα 14 σημεία που πρέπει να προσέχουμε. Ή μήπως να αγνοούμε;
ΣXETIKA ΘEMATA
|