|
Αναζητώντας κοινό κώδικα με τα παιδιά
Ο δάσκαλος Φρανκ Μακ Κορτ κέρδισε τους μαθητές του αυτοσχεδιάζοντας
Της Τιτικας Δημητρουλια
Φρανκ Μακ Κορτ Ο δάσκαλος μετ.: Νεκ. Καλαϊτζής εκδ. Scripta
«O Δάσκαλος» ολοκληρώνει την αυτοβιογραφική τριλογία του Φρανκ Μακ Κορτ, ενός Ιρλανδού μετανάστη στην Αμερική, που δίδαξε επί τριάντα περίπου χρόνια στα λύκεια της Νέας Υόρκης και, όταν πια συνταξιοδοτήθηκε, άρχισε να γράφει. Στο πρώτο του βιβλίο, «Οι στάχτες της Αντζελα» (εκδ. Λιβάνη), που έγινε παγκόσμιο μπεστ σέλερ και ταινία και του χάρισε το βραβείο Πούλιτζερ, αφηγήθηκε τα παιδικά του χρόνια, όταν τεσσάρων χρονών, μέσα στην οικονομική κρίση του 1929, οι γονείς του, μετανάστες στις ΗΠΑ, τον πήραν μαζί τους πίσω στην Ιρλανδία. Κι εκεί επιβίωσε κυριολεκτικά ως εκ θαύματος: διαλυμένη οικογένεια, πείνα, αρρώστιες, απανωτά θανατικά, αποχαιρετισμός στα όνειρα όταν σταματά το σχολείο για να βοηθήσει την οικογένειά του, αλλά και πείσμα, ατελείωτο. Στο δεύτερο βιβλίο, τη «Γη της Επαγγελίας» (εκδ. Λιβάνη), ο Φρανκ επιστρέφει στα δέκα εννιά του στην Αμερική, αποφασισμένος να γίνει δάσκαλος. Αφού περάσει από σαράντα κύματα, καταφέρνει στο τέλος, επειδή υπηρέτησε στον αμερικανικό στρατό, να σπουδάσει δάσκαλος. Την μακρόχρονη επαγγελματική του εμπειρία μάς αφηγείται πλέον στο τρίτο αυτό βιβλίο, που φτάνει ώς τη συνταξιοδότησή του, η οποία με τη σειρά της του άνοιξε μια νέα ζωή. «Συχνά σκέφτομαι ότι θα έπρεπε να είμαι ένας αυστηρός δάσκαλος που επιβάλλει την πειθαρχία, οργανωμένος και μεθοδικός, ένας Τζων Γουαίην της παιδαγωγικής», σκέφτεται κάποια στιγμή, σε μία από τις επαναλαμβανόμενες σε τακτά διαστήματα κρίσεις συνείδησής του. Ο Μακ Κορτ όμως δεν έχει καμία απολύτως σχέση με το πρότυπο αυτό ούτε με πολλούς άλλους παραδοσιακούς δασκάλους, πόσω μάλλον με τους δικούς του δασκάλους κάποτε. Είναι ένας άνθρωπος χωρίς καμία βεβαιότητα για τον εαυτό του, τους άλλους και τον κόσμο, ένας άνθρωπος ευάλωτος, πονεμένος, ανασφαλής· και μαζί ένας ζόρικος Ιρλανδός, που δεν το βάζει κάτω και δεν πάει πάσο με τίποτα. Ο στέρεος πυρήνας του τον καθοδηγεί εκεί όπου η ρευστή και ευμετάβλητη φύση του τον μπερδεύει. Τον καθοδηγεί και στη διδασκαλία, λοιπόν, στις σχέσεις του με το πολυπολιτισμικό περιβάλλον στα σχολεία της Νέας Υόρκης - που αποτυπώνουν την πορεία της ενσωμάτωσης των μεταναστών στη χώρα. Το σάντουιτς Προκειμένου να κερδίσει τα παιδιά και να τους μάθει το στοιχειώδες συντακτικό ή να τα ωθήσει στη δημιουργικότητα, ο Μακ Κορτ αυτοσχεδιάζει. Δεν έχει πρόγραμμα και σχέδιο, στρατηγικές και τακτικές. Ακολουθεί το ένστικτό του. Οταν το μήλο της Εριδος, κοινώς η αφορμή για ένα ωραίο ξύλο μέσα στο μάθημα, γίνεται ένα σάντουιτς, απλώς το τρώει, αφήνοντας τους μαθητές σύξυλους. Οι προσωπικές του ιστορίες, από τα παιδικά του χρόνια ώς τη δουλειά του στις αποβάθρες, αντικαθιστά επάξια το διδακτικό βιβλίο. Χρησιμοποιεί τα πλαστά δικαιολογητικά που του φέρνουν οι κοπανατζήδες μαθητές ως αφορμή για να κινήσει το ενδιαφέρον της τάξης για το γράψιμο: τους παρακινεί δηλαδή να γράψουν «δικαιολογητικά» για όποιο ιστορικό πρόσωπο θέλουν, από την Εύα Μπράουν ώς τον Αλ Καπόνε. Διοργανώνει πικ-νικ με γεύσεις απ’ όλον τον κόσμο, μιας και οι μαθητές του είναι ένα τυπικό δείγμα της «αμερικανικής σαλάτας», ανήκουν σε όλες τις φυλές και τις θρησκείες, και στο πικ-νικ αυτό συμμετέχουν και οι περαστικοί, οι άστεγοι, οι αστυνομικοί. Σε ένα από τα καλύτερα σχολεία της Νέας Υόρκης, όπου διδάσκει δημιουργική γραφή, ξεσηκώνει την τάξη με συνταγές μαγειρικής, οι οποίες μελοποιούνται και μετατρέπονται σε περφόρμανς. Κάνει γκάφες, πληγώνει μαθητές, χάνει άλλους μαθητές χωρίς να το θέλει, εμπνέει συχνά ερήμην του, κοντράρεται με αυτούς που τον αντιπαθούν, τα κάνει μούσκεμα με τους γονείς, όλη την ώρα αναρωτιέται αν κάνει σωστά τη δουλειά του, και αμέσως μετά συνεχίζει να την κάνει όπως μπορεί - επινοώντας, ξαφνιάζοντας, ανακαλύπτοντας, και μέσα από τα λάθη. Αποτελεσματικός Ο δάσκαλος του Μακ Κορτ είναι ένας άνθρωπος με σάρκα και οστά, με πολλά προβλήματα, με διαψεύσεις και τραύματα που έχουν χαραχτεί στο πετσί του, γεμάτος αντιφάσεις, χωρίς μεγάλα όνειρα, μεγάλα οράματα, μεγάλες προσδοκίες. Ξέρει μόνο ότι για να κάνει καλά τη δουλειά του, πρέπει να βρει έναν κοινό κώδικα με τα παιδιά. Κι αυτό προσπαθεί, από την αρχή μέχρι το τέλος. Γι’ αυτό είναι και αποτελεσματικός, πολύ πιο αποτελεσματικός απ’ όλους τους ανεπίληπτους δασκάλους, «Τζων Γουαίην» ή μη, που δεν αγγίζουν τις ψυχές των παιδιών - και επομένως δεν μπορούν να τους μάθουν, στην ουσία, παρά ελάχιστα πράγματα. Ενα επίκαιρο και συναρπαστικό βιβλίο για όλους όσοι έχουν κάποια σχέση με το σχολείο, δηλαδή για όλους μας.
|