|
Τους δίσκους τους πληρώνουν οι... καλλιτέχνες
Της Γιωτας Συκκα
Πέρυσι, για πρώτη φορά, το αμερικανικό MTV έδωσε βραβείο του καλύτερου ringtone της χρονιάς. Δεν είναι τυχαίο. Η αύξηση των πωλήσεων από το Διαδίκτυο και τα ringtoneς είναι η μεγάλη πηγή εσόδων για τις δισκογραφικές εταιρείες. Αν μάλιστα πιστέψουμε την ΙFPI, την ομοσπονδία που προωθεί τα συμφέροντα της μουσικής βιομηχανίας παγκοσμίως, τότε τα έσοδα από πωλήσεις σε ψηφιακές πλατφόρμες έχουν τριπλασιαστεί και έφτασαν τη χρονιά που μας πέρασε τα 1,1 δισ. δολάρια από 400 εκατ. δολάρια. Τι συμβαίνει στην Ελλάδα; Διατηρούμε την ίδια παραγωγή που έχουμε την τελευταία πενταετία, γύρω στα 1.200 cd τον χρόνο. Μέχρι τις αρχές Οκτωβρίου στην ελληνική δισκογραφική αγορά έχουν κυκλοφορήσει 784 δίσκοι, ενώ ώς το τέλος του χρόνου ετοιμάζονται άλλοι 300. Αλλωστε σύμφωνα με τις στατιστικές του Πέτρου Δραγουμάνου, δημιουργού του cd-rom της ελληνικής δισκογραφίας από το 1950 ώς σήμερα, προκύπτει πως το τελευταίο τρίμηνο κάθε χρονιάς «πέφτει» στην αγορά το 1/3 της ετήσιας παραγωγής. Από τη συνολική παραγωγή, οι 187 δίσκοι είναι συλλογές και επαναλήψεις, οι 95 singles, ενώ αν αφαιρέσουμε τα live, τα instrumental και τα άλμπουμ με τη μουσική των σίριαλ, τότε προκύπτει πως κάθε μέρα (συμπεριλαμβάνονται οι αργίες και οι Κυριακές) εμφανίζεται στην αγορά και ένας προσωπικός δίσκος τραγουδιστή. Για φέτος βέβαια έχουμε ήδη συμπληρώσει το νούμερο 350 το τελευταίο εννεάμηνο! Τι σημαίνει αυτό; «Παραγωγή υπάρχει, αλλά η χρηματοδότηση είναι των ίδιων των καλλιτεχνών που πληρώνουν τα έξοδα του δίσκου τους (στούντιο, μουσικούς, δημιουργούς τραγουδιών κ.λπ.)». Ποιος είναι ο ρόλος της δισκογραφικής εταιρείας; Πληρώνει απλώς τα βιομηχανικά έξοδα (εργοστάσιο). Αν εξαιρέσουμε 40 - 50 τραγουδιστές που γι’ αυτούς οι εταιρείες πληρώνουν, είτε γιατί είναι τα πρώτα ονόματα είτε γιατί κάποιοι πιστεύουν σε ορισμένα πρόσωπα, οι υπόλοιποι ερμηνευτές (μην ξεχνάμε ότι η μισή Ελλάδα`τραγουδάει) βάζουν βαθιά το χέρι στην τσέπη. Τα βγάζουν όμως από τις εμφανίσεις που κάνουν στα νυχτερινά κέντρα ή σε συναυλίες. Αλλωστε, η έκδοση ενός δίσκου και το βραδινό μεροκάματο λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία. Το κέρδος των δισκογραφικών προκύπτει το μισό από την παραδοσιακή αγορά (δισκάδικα) και το άλλο μισό από το Διαδίκτυο. Οι online πωλήσεις θα αυξάνονται διαρκώς, όπως και εκείνες της κινητής τηλεφωνίας που έβγαλαν τον τελευταίο ενάμιση χρόνο τη δισκογραφική αγορά από το αδιέξοδο. Ομως, ας μη γελιόμαστε. Οι χρυσοί και πλατινένιοι δίσκοι μπορεί να ξεγελούν μια μερίδα των καταναλωτών, ειδικά εκείνων που έχουν σαν ευαγγέλιο τη μουσική βιομηχανία που αναπαράγεται στην τηλεόραση, ωστόσο η ανακήρυξη ενός cd σε χρυσό, με τη γλώσσα των αριθμών σημαίνει πωλήσεις μόνο 15.000 αντιτύπων! Συνήθως ο αγοραστής πληρώνει για ένα δίσκο «πρώτου» ονόματος ή ένα cd που θα περιέχει επιτυχίες, αλλά για το υλικό του πρωτοεμφανιζόμενου καταφεύγει στο Διαδίκτυο. Αγοράζει ένα τραγούδι, αλλά σπανίως ολόκληρο τον δίσκο. Χρονιά των επανεκδόσεων Η δισκογραφία πάει καλά, απαντούν κάποιοι από τις εταιρείες, με το επιχείρημα «αφού βγάζουμε δίσκους». Μόνο που η αλήθεια δεν είναι ακριβώς ετσι. Το 2007 θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η χρονιά των επανεκδόσεων. Σε αυτό συνέβαλε η εξαγορά της ιστορικής Lyra και του πλούσιου καταλόγου της από τη Legend. Γέμισε η ελληνική δισκογραφική αγορά από επανεκδόσεις δίσκων της δεκαετίας του ’60 και του ’80 σε τιμές καλές στην περίπτωση του υλικού της ΜΙΝΟS, όχι όμως άλλων εταιρειών. Εχει κυκλοφορήσει δίσκος της ΜINOS-EMI 14 τραγουδιών στην τιμή των 7 ευρώ στη λιανική και επανέκδοση παλιού υλικού της Lyra με 17 ευρώ! Η αγορά περιμένει να βιώσει με το cd ό,τι ακριβώς έζησε με το βινύλιο. «Πριν γίνει, λοιπόν, μουσειακό είδος πουλάνε τα πάντα με όποιο κέρδος. Επαναλαβάνεται μάλιστα ό,τι έγινε με τις εφημερίδες που ξανάρχισαν να δίνουν cd. Η λογική είναι, πριν πεθάνει το είδος, ας κερδίσουμε έστω ένα ευρώ», λέει ο Π. Δραγουμάνος. «Οι εταιρείες πιστεύουν ότι κάθε τετραετία θα επαναλαμβάνουν τις πωλήσεις του ίδιου προϊόντος στο μέλλον. Ελπίζουν στο γεγονός ότι τα ψηφιακά δεδομένα εύκολα χάνονται και στο μικρό κόστος αγοράς. Οτι το κοινό θα ξαναπληρώνει ό,τι αγόρασε με ελάχιστο κόστος». Προς το παρόν, ζούμε μια στάσιμη… κινητικότητα.
|