|
Οι μύθοι ενός «λαχειοπώλη του ουρανού»
Η παρτιτούρα της ζωής του Μάνου Χατζιδάκι, γραμμένη από τον ίδιο, αποκαλύπτει την ελευθερία και την τόλμη του
Του Θανου Σταθoπουλου
Μάνος Χατζιδάκις Μυθολογία και Μυθολογία Δεύτερη εκδ. Αγρα
«Αρχισα να ζω και να εκπαιδεύομαι στην πρωτεύουσα, ενώ παράλληλα σπούδαζα τον έρωτα και την ποιητική λειτουργία του καιρού μου», γράφει ο Μάνος Χατζιδάκις, το 1980, στο περίφημο πια «Βιογραφικό σε πρώτο πρόσωπο», μιλώντας για τα χρόνια της νεότητάς του στην Αθήνα του μεσοπολέμου, όταν μετακομίζει με την οικογένειά του από την Ξάνθη, όπου γεννήθηκε. «Με επηρεάσανε βαθιά ο Ερωτόκριτος, ο Στρατηγός Μακρυγιάννης, το εργοστάσιο του Φιξ, ο Χαράλαμπος του “Βυζαντίου”, το υγρό κλίμα της Θεσσαλονίκης και τα άγνωστα πρόσωπα που γνώριζα τυχαία και παρέμειναν άγνωστα σε όλα τα χρόνια τα κατοπινά. Εγραψα ποιήματα και πολλά τραγούδια». Το κλίμα μιας εποχής Αν ήθελε κανείς να αναγνώσει μέσα στον χρόνο την ποιητική του Χατζιδάκι (λέγοντας ποιητική εννοώ τους τόπους της προσωπικής του μυθολογίας, όπως αποτυπώνονται στον βίο και στο έργο του) θα ήταν αδύνατον να μη σταθεί στo παραπάνω απόσπασμα που συμπυκνώνει το πνευματικό κλίμα μιας εποχής που εξέθρεψε την ευαισθησία του και του κληροδότησε όλους τους γρίφους και τα αινίγματα. Ο Χατζιδάκις έλαβε αττική παιδεία όταν, όπως έλεγε, υπήρχε ακόμη και Αττική και παιδεία. Μαθήτευσε κοντά στη γενιά του ’30, τα περισσότερα μέλη της οποίας -ποιητές και ζωγράφοι- υπήρξαν στενοί του φίλοι και αργότερα συνεργάτες, ώς το τέλος. Ο τρόπος που συνέθεσε τον εαυτό του, με πρώτη ύλη το ταλέντο, την προσωπική του ελευθερία και τις αντιθέσεις του, περιείχε την ακριβή, αριστοκρατική και ρηξικέλευθη αντίληψη αυτής της εποχής. Μετά τον πόλεμο και αφού στην κατοχή έχει ήδη γνωρίσει τον Νίκο Γκάτσο («Τι διαβάζετε;» θα τον ρωτήσει ο Γκάτσος. «Μάσκα», του απαντάει ο Χατζιδάκις. «Να ανακαλύψετε τον Σιμενόν και την Αγκάθα Κρίστι», τον παροτρύνει ο μεγάλος φίλος), θα αρχίσει να κατασκευάζει τους προσωπικούς του μύθους μέσα από τη μουσική, την ποίηση, τη συναναστροφή και την ερωτική επικοινωνία, για να ολοκληρώσει επιτυχώς την τραυματισμένη του προσωπικότητα και να εξαφανιστεί, «πουλώντας λαχεία στον ουρανό», όπως ήθελε, για πάντα. Ο Χατζιδάκις έζησε τη ζωή του σαν αίνιγμα, μαγεία, πρόκληση και τραύμα, στοιχεία που του επέτρεπαν τη διαρκή αναθεώρηση του εαυτού του και την αποσαφήνιση των στόχων του. Υπήρξε πιο μαγικός από το έργο του και αυτό αποτελεί, τρόπον τινά, ένα παράδοξο για ένα έργο του οποίου η μαγεία είναι απροκάλυπτη. Προσχέδια ποιήματος Ισως η Μυθολογία («Κεραμεικός», 1966) και η Μυθολογία Δεύτερη («Αγρα», 1982) να αποτελούν την επιτομή των μύθων και του αινίγματος. Περισσότερο προσχέδια ενός ποιήματος που εντέλει δεν γράφτηκε, με την απόσταση των δεκαέξι χρόνων που τις χωρίζει μεταξύ τους, συνιστούν μία παρτιτούρα, εν προόδω, της ποιητικής ιδιοσυγκρασίας του Χατζιδάκι και της θέσης του στον κόσμο και στην ταραγμένη εποχή του, αποκαλύπτοντας συγχρόνως την πνευματική ελευθερία, την τόλμη και την αιρετική του στάση. (Νέοι,/ σχεδόν παιδιά/ δι’ ολίγα χρήματα/ προσφέρουν Μύθους/ χρήσεως ιδιωτικής/ που όμως δεν συντηρούνται/ γραπτώς είτε/ προφορικώς/ διά να ενσωματωθούν/ εις τες ευγενικές του έθνους/ παραδόσεις.) Ιχνη, τρόποι, ποιητικά παιγνίδια και διαθέσεις, γυμνάσματα, σημειώσεις και στίχοι που έγιναν τραγούδια, ο κύκλος του C.N.S., προσωπογραφίες, μπαλάντες, η πρώτη νύξη της Εποχής της Μελισσάνθης στην τυπογραφική της μορφή και με θεατρικά στοιχεία, η εμπειρία των χρόνων της Αμερικής, η αμφισβήτηση και η απελευθέρωση της δεκαετίας του ’60, ορίζουν την έκφραση ενός βαθέος ερωτικού αισθήματος. (Λατρεύω την αγάπη/ γιατί με κάνει να σκέφτομαι./ Λατρεύω τη σκέψη/ γιατί με οδηγεί στην πράξη./ Λατρεύω την πράξη/ γιατί με κάνει ελεύθερο/ να σκέφτομαι και ν’ αγαπώ.) Τέλος, η επίκληση, σχεδόν σαν προσευχή και σαν παραμυθία, μιας άλλης συνάντησης, σε άλλο χρόνο, με έναν άνθρωπο που αγαπήσαμε, αλλά ίσως δεν καταλάβαμε ή δεν νιώσαμε όσο θα έπρεπε, και που μας διαφεύγει ακόμη ξεπερνώντας εξακολουθητικά την ευαισθησία και τα μέτρα μας. (Κι αν γεννηθείς κάποια στιγμή/ Μιαν άλλη που δε θα υπάρχω/ μη φοβηθείς/ Και θα με βρεις είτε σαν άστρο/ Οταν μονάχος περπατάς στην παγωμένη νύχτα/ Είτε στο βλέμμα ενός παιδιού που θα σε προσπεράσει/ Είτε στη φλόγα ενός κεριού που θα κρατάς/ Διαβαίνοντας το σκοτεινό το δάσος.)
|