|
Η γραφή σαν φάρμακο της μνήμης
Η Αιτωλοακαρνανία στα χρόνια της Αντίστασης, του εμφυλίου και της μετεμφυλιακής Ελλάδας (1940-1960) σε αφηγήματα 37 συγγραφέων
Του Παντελη Μπουκαλα
«Αφετηρίες μνήμης, 1940-1960». Συλλογικός τόμος. Εκδοση της Ενωσης Αιτωλοακαρνάνων Λογοτεχνών, 2008, σελ. 308.
Η γραφή συνδέεται με τη μνήμη από τα γεννοφάσκια της. Θυμίζω τη μυθική εμφάνισή της στον κόσμο, όπως την αφηγείται ο Σωκράτης στον διάλογο «Φαίδρος» του Πλάτωνα: Ακουσα, λοιπόν, λέει ο Σωκράτης, ότι μια φορά κι έναν καιρό κοντά στην πόλη Ναύκρατις της Αιγύπτου γεννήθηκε κάποιος από τους παλαιούς θεούς, ονόματι Θευθ. Πρώτος αυτός βρήκε τον αριθμό, τον υπολογισμό, τη γεωμετρία και την αστρονομία, και επιπλέον ένα παιχνίδι με πεσσούς και με κύβους. Τέλος, εφεύρε τα γράμματα. Μια κι δυο πηγαίνει στον Θαμούν, τον βασιλιά της Αιγύπτου, για να του επιδείξει τις επινοήσεις του και τα χαρίσματά τους. Οταν έφτασε στα γράμματα, ο Θευθ, που εμφανίζεται στον μύθο περισσότερο επινοητικός και από τον δικό μας πολυεφευρέτη, τον Παλαμήδη, βάλθηκε να εξηγεί ότι με το δημιούργημά του αυτό οι Αιγύπτιοι θα γίνουν «σοφότεροι και μνημονικότεροι», θα έχουν δηλαδή καλύτερη μνήμη. «Μνήμης τε γαρ και σοφίας φάρμακον ευρέθη» είπε όλο καμάρι ο θεός. Αλλά ο βασιλιάς είχε τις αντιρρήσεις του. Δεν εφεύρες φάρμακο της μνήμης αλλά της υπομνήσεως, και όχι της σοφίας αλλά της δοκησισοφίας, αντείπε στον θεό. Η εφεύρεσή σου θα παράσχει λήθη στην ψυχή των χρηστών της, γιατί θα εμπιστευτούν τη γραφή, θα θυμούνται τα πράγματα «έξωθεν, στηριγμένοι σε αλλότριους τύπους, και όχι «ένδοθεν», διά της ψυχής τους, κι έτσι θα πάψουν να γυμνάζουν τη μνήμη τους. Γενέθλιος τόπος Αυτά στον μύθο, έτσι όπως τον αφηγήθηκε βέβαια ένας άνθρωπος, ένας δάσκαλος, ο Σωκράτης, που δεν έγραψε ποτέ, όπως δεν έγραψε ποτέ, παρά μονάχα πάνω στην άμμο, στο περιστατικό με τη μοιχαλίδα, ένας άλλος δάσκαλος, ο Ιησούς· τι ακριβώς έγραψε εκεί δεν θα το μάθουμε ποτέ, το πήρε το κύμα της ιστορίας. Από την ιστορία των γραμμάτων, πάντως, αλλά και από την εμπειρία του ο καθένας, ξέρουμε ότι γραφή και μνήμη είναι αδελφές σιαμαίες. Η γραφή είναι μια διαρκής καλλιέργεια της μνήμης, μια ατελεύτητη αναψηλάφηση του μνημονικού υλικού που «κουβανούμε εντός μας». Στον γενέθλιο τόπο μας, έτσι όπως προσδιορίζεται γεωγραφικά, μπορεί να μην επιστρέψουμε ποτέ. Αλλά ο γενέθλιος τόπος της μνήμης, ψυχικά και πνευματικά οριζόμενος, μάς περιέχει, είναι λοιπόν αδύνατον να τον αποφύγουμε, παρεκτός και νοσήσουμε ή υποστούμε λοβοτομή. Χονδρικά ώς και στην εφηβεία μας ζούμε δίχως να πολυκαταλαβαίνουμε ή να νοιαζόμαστε να νοηματοδοτήσουμε και να αναστοχαστούμε όσα ζούμε. Είμαστε μέσα στο ρεύμα του βίου, που συνήθως μας πηγαίνει κατά την όρεξή του. Σιγά σιγά όμως, ομαλά ή και βίαια, ύστερα από ένα σημαδιακό γεγονός ή ένα μείζον τραύμα, μετατοπιζόμαστε στην όχθη του ποταμού και, νηφαλιότεροι πια ή απλώς περισσότερο απογοητευμένοι από μια ροή των πραγμάτων που αδυνατούμε να την ελέγξουμε, προσπαθούμε να καταλάβουμε, και διά της τέχνης, τι ζήσαμε και πώς το ζήσαμε, τι μας διέφυγε και γιατί, τι έμεινε λειψό, τι ματαιώθηκε. Να ξαναμπούμε στο ποτάμι, δεν γίνεται, το ξέρουμε από τον καιρό του Ηράκλειτου. Να μιλήσουμε για το ποτάμι, αυτό μπορούμε να το κάνουμε, και πράγματι το κάνουμε. Η ανασύνταξη του βίου, ο διά λέξεων ανασχηματισμός της ζωής, της προσωπικής αλλά και της συλλογικής, με όπλο την εφεύρεση του Θευθ (ή, εν μέρει, του Παλαμήδη), είναι ακριβώς η τέχνη του λόγου, η λογοτεχνία, μια μέθοδος για να βγάζουμε γλώσσα στον χρόνο που περνάει, ίσως η αποτελεσματικότερη. Ο συλλογικός τόμος «Αφετηρίες μνήμης» θεμελιώθηκε προγραμματικά, όπως διαβάζουμε στον Πρόλογο, στην επιθυμία «να προβληθούν οι μαγικοί δεσμοί μεταξύ γραφής και μνήμης». Ο χρονικός προσδιορισμός προβάλλεται ήδη στον υπότιτλο του βιβλίου, στο σήμα «1940-1960», το οποίο μας στρέφει σε χρόνια βαριά και ταραγμένα, τα χρόνια του πολέμου, της Κατοχής, της Αντίστασης, του εμφυλίου και της μετεμφυλιακής Ελλάδας. Ο γεωγραφικός προσδιορισμός τεκμαίρεται τόσο από τον εντολοδότη του βιβλίου, την Ενωση Αιτωλοακαρνάνων Συγγραφέων, όσο βέβαια και από τους εντολοδόχους: 37 άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών (δεν είναι όλοι τους λογοτέχνες, γι’ αυτό και προτιμώ αυτόν τον γενικότερο χαρακτηρισμό), με καταγωγή από την Αιτωλοακαναρνία, επιχειρούν, με το σκαρί της γραφής, έναν νόστο σε εποχές που καθόρισαν τους περισσότερους, αν όχι όλους, αν κρίνουμε από την ηλικία τους, όσων τουλάχιστον δηλώνεται. Ενας τρίτος προσδιορισμός είναι εσωτερικότερος. Μιλώ για λέξεις της ρουμελιώτικης ντοπιολαλιάς, που έστω και σποραδικά, δίνουν το παρόν τους στα περιεχόμενα κείμενα. Λέξεις σαν κι αυτές, «παλιακές κουβέντες» όπως χαρακτηρίζονται στη συμβολή της Ιωάννας Δερβίση, φιλοξενούνται πια μόνο στα σχετικά γλωσσάρια, όπως εκείνο που έχουν εκπονήσει η Ακακία Κορδόση και ο Θανάσης Παπαθανασόπουλος, και ίσως να μην έχουν νόημα όχι μόνο για τα παιδιά μας που γεννήθηκαν στην Αθήνα αλλά και για όσα μεγαλώνουν στις πόλεις της επαρχίας, όλο και βαθύτερα εξαθηναϊζόμενες. Εγώ πάντως με χαρά άκουσα τον οικείο ήχο λέξεων υπό απόσυρση, όπως η παδέλα, ο μπότης, η ζαλίγκα και ο κοντοσβόιρας· με χαρά έστω κι αν ξέρουμε πως είναι η μοίρα των λέξεων να σωπαίνουν όταν χάνονται τα πράγματα που ονόμαζαν αλλά κι όταν απορρυθμίζεται και σπάει σε άτομα ο συλλογικός νους που τις έπλασε και τις επικύρωσε. Ψηφίδες μνήμης Οι πολυσυλλεκτικοί τόμοι, όσοι σχηματίζονται κατά παραγγελίαν, όπως ο προκείμενος, έχουν ένα εγγενές γνώρισμα που για άλλους μετράει σαν μειονέκτημα και για άλλους σαν πλεονέκτημα. Πρόκειται για την ποικιλοτυπία τους, την πολυφωνικότητά τους. Τα 37 κείμενα, που θα μπορούσαμε να τα θεωρήσουμε αναδρομικές μαρτυρίες, ούτε ιδεολογικώς ομόλογα είναι ούτε λογοτεχνικώς ομότροπα. Μπορεί να καταπιάνονται με πτυχές των ίδιων περίπου κορυφαίων θεμάτων, όπως τα εντοπίζει στην προσεκτική εισαγωγή της η Κωνσταντίνα Μπάδα, καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, με την εμπειρία του πολέμου δηλαδή, της Κατοχής, της πείνας, της Αντίστασης, του εμφυλίου, των φυλακίσεων, των εκτελέσεων, της εσωτερικής μετανάστευσης, διαφέρουν ωστόσο και ως προς την οπτική τους και ως προς την τεχνική τους και τον βαθμό επεξεργασίας της μνημονικής πρώτης ύλης. Λειτουργούν έτσι σαν ψηφίδες που συναπαρτίζουν ένα σχήμα δυναμικό και όχι στατικό. Ακριβώς επειδή έχει προαποκλειστεί η μονομέρεια, το συνολικό κείμενο, αν δούμε σαν υποκεφάλαιά του τις ξεχωριστές συμβολές, κατοχυρώνει την ειλικρίνειά του και την αμεροληψία του. Υπάρχουν, λοιπόν, στο βιβλίο κείμενα που επεξεργάζονται προσωπικά βιώματα και άλλα που αποσαφηνίζουν ότι είναι κομιστές και αναπαραγωγοί ξένων εμπειριών. Αλλα αναμοχλεύουν τη μνήμη με ευθεία πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ενώ άλλα επιλέγουν την αφηγηματική συνθήκη του τυπικά ουδέτερου τρίτου ενικού προσώπου. Ορισμένα ελέγχουν τη συγκίνηση που τα προκάλεσε, άλλα υποτάσσονται στη δική της λογική, επιλέγοντας να μην παραστήσουν κάτι διαφορετικό και απαιτητικότερο από αυτό που όντως είναι. Μερικά καθιστούν εξαρχής πρόδηλο ότι διεκδικούν τη λογοτεχνικότητά τους, και κατακτούν στον έναν ή τον άλλο βαθμό την καλλιτεχνική τους αυταξία, ενώ κάποια, απλούστερα στην ανάπτυξή τους, δεν κρύβουν ότι είναι απλοί καταγραφείς, χωρίς «μαλάματα». Αυτή η ποικιλογραφία λειτουργεί εντέλει ευεργετικά για το σύνολο, παρότι μια αυστηρότερη ανάγνωση και αξιολόγηση ίσως διατεινόταν ότι το ταράσσει, το καθιστά άνισο. Η ανασχηματιζόμενη κοινωνική, ψυχική αλλά και πολιτική γεωγραφία της Αιτωλοακαρνανίας στα χρόνια 1940-1960 είναι πιο κοντά στην αλήθεια της ακριβώς επειδή, φρόνιμα και δίκαια, κανένα κέντρο δεν υπαγόρευσε από μιας αρχής τη δική του αλήθεια σαν μοναδική, προς την οποία έπρεπε να συμμορφωθούν αναντίρρητα όλοι οι συμβαλλόμενοι. Κατά κάποιον τρόπο τα κείμενα συμπλέουν με την ευρωπαϊκή ιστοριογραφική σχολή που το πιστεύω της συνοψίζεται στη φράση «ιστορία σε ψίχουλα». Μόνο που εδώ δεν πρόκειται για ψίχουλα αρχείων αλλά για ψίχουλα ψυχής, τίμια και γι’ αυτό πολύτιμα, αφού, αντίθετα με τους κατά Σωκράτη βασιλικούς φόβους, καλλιεργούν και γυμνάζουν τη μνήμη. Σκέφτομαι εδώ ένα ποίημα του Κωστή Παλαμά, από τη συλλογή του «Η πολιτεία και η μοναξιά». Μιλούν λοιπόν τα βιβλία (αυτός είναι άλλωστε και ο τίτλος του ποιήματος: «Τα βιβλία») και ρωτάνε: «Δεν είμαστε σαν τα ψηλά παλάτια με τα μύρια, / πάντ’ ανοιχτά σε μάκρητα και τόπους, παραθύρια;» Ψηλό παλάτι βέβαια δεν είναι και δεν θέλησε να είναι το συζητούμενο βιβλίο, σίγουρα όμως είναι ένα παραθύρι, ένα καλό παραθύρι που φέρνει κοντά μας πλούσιες, ζωηρές εικόνες από έναν κόσμο που υπήρξε και πια έχει περάσει στην ανασκευαστική δικαιοδοσία της μνήμης.
|